Με την υπ’ αριθμ. πρωτ. ΔΙΔΑΔ/Φ.66/77/οικ.7922/22.4.2003
Υπουργική Απόφαση, σε εκτέλεση της από
29-11-2002 Ειδικής Συλλογικής Συμφωνίας μεταξύ
του Ελληνικού Δημοσίου και της Π.Ο. Ε.Μ.Δ.Υ.Δ.Α.Σ.,
συγκροτήθηκε Επιτροπή αποτελούμενη από
εκπροσώπους όλων των ενδιαφερομένων
πλευρών με σκοπό τη διευθέτηση του τρόπου
καταβολής στους διπλωματούχους
μηχανικούς του ειδικού επιδόματος
αυξημένης ευθύνης αποδοτικότητας από τη διαχείριση του πόρου 7‰
του άρθρου 8, παρ. 2α του ν. 2430/1996 (άρθρο 3
της Συμφωνίας).
Η
Επιτροπή, κατά την εξέταση του θέματος, αφού
έλαβε υπόψη όλα τα υποβληθέντα σχετικά
έγγραφα και τα προκύψαντα από τις
πραγματοποιηθείσες συζητήσεις στοιχεία,
συνέταξε το παρόν Εισηγητικό Σημείωμα και
τη συνημμένη σε αυτό Πρότασή της ως
ακολούθως:
Α. 1. Από το
έτος 1996, που θεσπίστηκε το ειδικό επίδομα
(7‰) και μέχρι σήμερα, η χορήγηση του
επιδόματος παρουσίασε πολλά προβλήματα, με
συνέπεια να είναι δυσχερής ο προσδιορισμός
του ποσού και η καταβολή του.
2.
Ειδικότερα:
α. Η αρ.
2055818/8620/022/26-8-1996 απόφαση των Υπουργών
Οικονομίας & Οικονομικών και
Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων
Έργων καθόρισε το ύψος του μηνιαίου ειδικού
επιδόματος από την εφαρμογή του τύπου ΜΕ =
ΣΠ/ΣΔ : 12 όπου ΜΕ = Μηνιαίο Επίδομα, ΣΠ=
Συνολικό Ποσό που εγγράφεται στην Ειδική
Συλλογική Απόφαση, ΣΔ= Συνολικός αριθμός
δικαιούχων υπαλλήλων, 12 = οι
μήνες που αντιστοιχούν στη χρονική
διάρκεια ισχύος της Ειδικής Συλλογικής
Αποφάσεως.
Η
αρ. 2/49995/0022/25-9-2002 απόφαση των Υπουργών
Οικονομίας & Οικονομικών και
Περιβάλλοντος, Χωροταξίας & Δημοσίων
Έργων καθόρισε ότι το ύψος του μηνιαίου
ειδικού επιδόματος προκύπτει από το ποσό
των 38.151.137 Ευρώ και έχει εγγραφεί στο
πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων.
β.
Η απόφαση του 1996 που εκδόθηκε επί τη βάσει
της εξουσιοδοτικής διατάξεως της
υποπαραγράφου 3 του άρθρου 8, παρ. 2α ν. 2430/1996
καθορίζει αφηρημένα τον τρόπο υπολογισμού
του μηνιαίου ειδικού επιδόματος, δίχως να
προβαίνει στην ανά δίμηνο
συγκεκριμενοποιημένη εφαρμογή του
μαθηματικού τύπου για τους εκάστοτε
δικαιούχους. Η απόφαση αυτή εξασφαλίζει τον
μονοσήμαντο καθορισμό του μηνιαίου
επιδόματος κατ’ εφαρμογή του
εμπεριεχομένου σ’ αυτήν μαθηματικού τύπου,
υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι είναι σαφείς
και συγκεκριμένες όλες οι τιμές που
υπάγονται στις παραμέτρους του τύπου, ήτοι
κατά βάσει το (ΣΠ) και ο συνολικός αριθμός
των δικαιούχων (ΣΔ).
Η
συγκεκριμενοποίηση των στοιχείων ΣΠ και ΔΣ
θα έπρεπε να γίνεται επί τη βάσει των
αποφάσεων της υποπαραγράφου 2 και επί τη
βάσει της αποφάσεως της υποπαραγράφου 3 που
αρκείται στον καθορισμό του κανόνα (τύπου)
υπολογισμού. Η απόφαση αυτή δεν μπορεί να
εφαρμοστεί αν τα ΣΠ και ΣΔ δεν είναι κάθε
φορά συγκεκριμένα, σαφή και απολύτως
μονοσήμαντα.
γ.
Η απόφαση του 2002 εκδόθηκε επί τη βάσει της
εξουσιοδοτήσεως της υποπαραγράφου 2 του
άρθρου 8, παρ. 2α του ν. 2430/1996, διότι δεν
αφορά τον αφηρημένο αλλά τον συγκεκριμένο
υπολογισμό του επιδόματος. Όμως αυτή δεν
εκδόθηκε κατ’ ορθή εφαρμογή του νόμου για
τους εξής τουλάχιστον λόγους:
Ι.
Η απόφαση αυτή διαπίστωσε ποιο είναι το ΣΠ
το οποίο ενεγράφη σε ειδική συλλογική
απόφαση του 2002 (την από 5.9.2002 ΣΑΕ 007 του
Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών), ενώ
θα έπρεπε να προσδιορίζει το προϊόν του
ποσοστού που
αναλογεί σε κάθε μηχανικό για το πρώτο
δίμηνο, προβαίνοντας σε εφαρμογή του τύπου
ΣΠ/ΣΔ:12. Κατά συνέπεια θα έπρεπε όχι απλώς να
προσδιορίζει το ΣΠ αλλά και τον συνολικό
αριθμό των δικαιούχων ΣΔ για το πρώτο
δίμηνο του 2002 και να προβεί σε εφαρμογή του
τύπου ΣΠ/ΣΔ:12.
ΙΙ.
Ο νόμος εξουσιοδοτεί την κανονιστικώς
δρώσα διοίκηση, σύμφωνα και με το παραπάνω
σκεπτικό, στην έκδοση έξι (6) αποφάσεων, που
αντιστοιχούν στα έξι (6) δίμηνα κάθε χρόνου.
Η διατύπωση της διατάξεως αναφέρεται σε
αποφάσεις και όχι σε απόφαση των Υπουργών
επί τη βάσει των οποίων κατατίθεται κάθε
δίμηνο τμήμα του ΣΠ σε ειδικό έντοκο
τραπεζικό λογαριασμό.
Η ανά
δίμηνα κατανομή είναι αναγκαία διότι ο
αριθμός των δικαιούχων ΣΔ μεταβάλλεται
διαρκώς. Το ποιο τμήμα του ΣΠ θα πρέπει να
κατατεθεί κάθε φορά στον ειδικό λογαριασμό
εξαρτάται από την εκάστοτε τιμή του ΣΔ και
το πηλίκο της διαιρέσεως ΣΠ/ΣΔ.
Άρα επί
τη βάσει του γράμματος (δίμηνο-αποφάσεις)
και του σκοπού της διατάξεως η κανονιστική
πράξη της υποπαραγράφου 2 θα πρέπει να
διαπιστώνει ποιο είναι το συγκεκριμένο και
σταθερό για όλο το χρόνο ΣΠ αλλά και να
προσδιορίζει το εκάστοτε ΣΔ προβαίνοντας
στην σχετική διαίρεση και κατανομή του
ποσού ανά δίμηνο κατ’ εφαρμογή του τύπου ΣΠ/ΣΔ:12.
Όμως η
απόφαση του 2002 δεν προσδιόρισε το αναλογούν
σε κάθε δίμηνο συγκεκριμένο ποσοστό του
προϊόντος κατ’ εφαρμογή του τύπου ΣΠ/ΣΔ:12
αλλά μόνο τη τιμή του ΣΠ για ολόκληρο το
χρόνο.
δ.
Οι εξουσιοδοτικές διατάξεις των
υποπαραγράφων 2 και 3 του άρθρου 8, παρ. 2α του
ν. 2430/1996 δεν είναι αρκούντως ορισμένες ώστε
να υπάρξει ορθή εφαρμογή των διατάξεων του
νόμου.
Ι.
Η υποπαράγραφος 2 του άρθρου 8, παρ. 2α του ν.
2430/1996 εμφανίζει ασάφεια ως προς τη νομική
έννοια του ορίου πληρωμών του προγράμματος
δημοσίων επενδύσεων. Δεδομένου ότι το όριο
αυτό πληρωμών μεταβάλλεται κατά τη
διάρκεια του έτους, δεν είναι εκ του νόμου
σαφές αν εννοείται το προϋπολογιζόμενο
όριο πληρωμών ήτοι το όριο πληρωμών που
αναγράφεται στο πρόγραμμα δημοσίων
επενδύσεων ως τμήμα του κρατικού
προϋπολογισμού ή το όριο πληρωμών όπως
διαμορφώνεται σε κάποια συγκεκριμένη
χρονική στιγμή κατά τη διάρκεια του έτους,
το απολογιζόμενο όριο πληρωμών. Δεδομένου
ότι το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων
συνιστά τμήμα του κρατικού προϋπολογισμού
και το προϋπολογιζόμενο όριο πληρωμών
είναι σαφές και μονοσήμαντο θα πρέπει να
θεωρηθεί ότι σε αυτό αναφέρεται η κρίσιμη
νομοθετική διάταξη. Άρα το όριο αυτό
πληρωμών και μόνο θα έπρεπε να εγγράφεται
σε μία και μόνο ειδική συλλογική απόφαση σε
ενιαίο ειδικό κωδικό αριθμό.
ΙΙ.
Η πρακτική της εκδόσεως μέσα σε ένα χρόνο
περισσοτέρων ειδικών συλλογικών αποφάσεων
που αποτυπώνουν μεταβολές του ορίου
πληρωμών του προγράμματος δημοσίων
επενδύσεων, και στον νόμο δεν
ανταποκρίνεται και συμβάλει σε μια
αβεβαιότητα και ασάφεια ως προς τον τρόπο
εφαρμογής της διατάξεως. Και τούτο διότι
αφενός μεν δεν καθίσταται σαφές σε ποια
ακριβώς όρια πληρωμών αναφέρονται οι
εκάστοτε εκδιδόμενες ΣΑΕ, αφετέρου δε δεν
είναι καταληπτό σε ποια ΣΑΕ αποτυπώνεται το
προϋπολογιζόμενο όριο πληρωμών ή εν πάσει
περιπτώσει το «όριο πληρωμών» στο οποίο
αναφέρεται ο νόμος.
ΙΙΙ.
Από τη στιγμή λοιπόν που δεν είναι στην
πράξη απολύτως σαφές ποια ΣΑΕ αποτυπώνει το
νομοθετικώς επιβαλλόμενο και καθοριζόμενο
όριο πληρωμών δεν μπορεί και να είναι
απολύτως σαφές το ακριβές ποσό που
αντιστοιχεί στο 7‰ του νομοθετικώς
προσδιορισμένου «ορίου πληρωμών», ούτε το
ποσό που με τις αποφάσεις
των Υπουργών Οικονομίας & Οικονομικών και
Περιβάλλοντος, Χωροταξίας & Δημοσίων
Έργων «κατατίθεται» στον ειδικό τραπεζικό
λογαριασμό, ούτε σε τελευταία ανάλυση το
ποσό που δικαιούνται οι μηχανικού του
Δημοσίου.
IV. Η αυτή
εξουσιοδοτική διάταξη δεν είναι επίσης
αρκούντως ορισμένη όσον αφορά το
περιεχόμενο των αποφάσεων των Υπουργών
Οικονομίας & Οικονομικών και
Περιβάλλοντος, Χωροταξίας & Δημοσίων
Έργων με τις οποίες «κατατίθεται» κάθε
δίμηνο το προϊόν του ποσοστού 7‰ στο όριο
πληρωμών του προγράμματος δημοσίων
επενδύσεων. Κι αυτό γιατί οι αποφάσεις
αυτές δεν είναι μόνο αποφάσεις με τις
οποίες διατάσσεται η κατάθεση
συγκεκριμένου ποσού αλλά και αποφάσεις με
τις οποίες συγκεκριμενοποιείται το πηλίκο
ΣΠ/ΣΔ στην ανά δίμηνο αναλογία του επί τη
βάσει του τύπου ΣΠ/ΣΔ:12 που εμπεριέχεται
στην απόφαση του 1996.
ε.
Η μη έκδοση για τα έτη 1997,1998, 1999 2000 και 2001
υπουργικών αποφάσεων συγκεκριμένου
προσδιορισμού του επιδόματος, και η μη
γνωστοποίηση του τρόπου
υπολογισμού των ποσών,
τα οποία ενεγράφησαν σε ειδικές
συλλογικές αποφάσεις είναι αντίθετη στην
υποπαράγραφο 2 του άρθρου 8, παρ.2α του ν. 2430/96:
Ι.
Οι υπουργικές
αποφάσεις συγκεκριμένου
προσδιορισμού του
επιδόματος και μάλιστα στην ανά δίμηνο
αναλογία του είναι οι υπουργικές αποφάσεις
της υποπαραγράφου 2 (και όχι της
υποπαραγράφου 3) του
άρθρου 8 παρ. 2α του ν. 2430/1996.
ΙΙ.
Η έκδοση των
αποφάσεων αυτών,
που μάλιστα σύμφωνα με τα ανωτέρω πρέπει να
είναι έξι (6) το χρόνο, δεδομένης της
διαρκούς μεταβολής του ΣΔ, είναι
υποχρεωτική για τη διοίκηση, όπως
υποχρεωτική είναι και η αναγραφή σε μία
ειδική συλλογική απόφαση του ποσού που
αναλογεί στο 7‰ στο νομοθετικώς
καθορισμένο (προϋπολογιζόμενο) όριο
πληρωμών.
ΙΙΙ.
Αντίθετη στην ανωτέρω διάταξη είναι και
η έκδοση πολλών ΣΑΕ χωρίς προσδιορισμό του
ποια ΣΑΕ εμπεριέχει το ΣΠ το οποίο
αντιστοιχεί στο νομοθετικώς καθορισθέν
προϋπολογιζόμενο όριο πληρωμών.
IV.
Ο νόμος δεν απαιτεί την έκδοση πολλών
συλλογικών αποφάσεων (ούτε βέβαια την
έκδοση συλλογικών αποφάσεων με τις οποίες
αποτυπώνονται τα όρια πληρωμών
συγκεκριμένων Υπουργείων ή ΝΠΔΔ), με τις
οποίες προσδιορίζονται πολλές φορές μέσα
στο χρόνο τα ΣΠ. Απαιτεί την έκδοση μιας
τουλάχιστον ΣΑΕ στην οποία να
γνωστοποιείται ότι εγγράφεται το
νομοθετικώς προσδιορισθέν ποσό του
επιδόματος. Σε αυτή
την ΣΑΕ θα πρέπει δηλαδή να αναγράφεται
τουλάχιστον το (προϋπολογισθέν)
όριο πληρωμών του προγράμματος δημοσίων
επενδύσεων και το ΣΠ το οποίο θα πρέπει να
αντιστοιχεί στο 7‰ του ορίου πληρωμών.
Κατά συνέπεια η
αναγραφή πολλών διαφορετικών ΣΠ σε πολλές
διαφορετικές ΣΑΕ χωρίς αναφορά του (προϋπολογισμένου)
ορίου πληρωμών είναι για μία σειρά από
λόγους αντίθετη στο νόμο.
Εν όψει των ως άνω
σκέψεων και συμπερασμάτων, προκύπτει η
ανάγκη τροποποίησης των διατάξεων του
άρθρου 8, παρ. 2α του ν.2430/1996, ώστε να
εξαλειφθούν οι ασάφειες των διατάξεων του
νόμου.
Ειδικότερα,
προτείνεται η τροποποίηση του ως άνω άρθρου
ώστε να καθορισθεί συγκεκριμένο ποσό, το
οποίο θα αντιστοιχεί στα ετήσια δικαιώματα
των Μηχανικών του Δημοσίου προς καταβολή
του Ειδικού Επιδόματος, σε συνδυασμό με
σαφή νομοθετικώς καθορισμένο τρόπο
αναπροσαρμογής του ώστε να πληρωθεί και ο
σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε η καταβολή
αυτού του επιδόματος προς τους μόνιμους και
με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου
υπαλλήλους, μηχανικούς διπλωματούχους
ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, του
Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου
δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), της νομαρχιακής
αυτοδιοίκησης και των οργανισμών τοπικής
αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), που αυτός είναι η
παροχή κινήτρων για την προσέλκυση ικανών
επιστημόνων στη δημόσια διοίκηση και
εξάντληση της θητείας τους την κατοχή και
αποκλειστική χρήση στην Υπηρεσία της
άδειας άσκησης επαγγέλματος, τις αυξημένες
ευθύνες στην εκπόνηση μελετών, στην ανάθεση
και κατασκευή των δημοσίων έργων και
γενικότερα για την υλοποίηση του
προγράμματος δημοσίων επενδύσεων και για
την ταχύτερη απορρόφηση των διασφαλισμένων
κοινοτικών και εθνικών πόρων. Επίσης,
προβλέπεται η καταβολή του ανωτέρω
επιδόματος και στους υπαλλήλους της
Διεύθυνσης Οικονομικού – Τμήμα
Οικονομικής Διοίκησης της Γενικής
Γραμματείας Δημοσίων Έργων, καθώς και στον
Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης
Διοίκησης & Προγράμματος και στους
υπαλλήλους ανώτατων εκπαιδευτικών
ιδρυμάτων της Διεύθυνσης Νομοθετικού
Συντονισμού της Υπηρεσίας αυτής, καθότι
συμβάλλουν στην επίλυση προβλημάτων και
στη διαδικασία ανάθεσης και εκπόνησης
μελετών και κατασκευής δημοσίων έργων με
την εκτέλεση των σχετικών συμβάσεων του
ευρύτερου δημόσιου τομέα, συμβάλλοντες
έτσι στην υλοποίηση του προγράμματος
δημοσίων επενδύσεων.
Κατά την άποψή μας,
ο καθορισμός συγκεκριμένου ποσού είναι
ασφαλής, δίκαιος και σύμφωνος προς το σκοπό
του νόμου. Το ποσό αυτό προτείνεται να είναι
του ύψους των τριακοσίων ογδόντα Ευρώ (380 €)
μηνιαία για καθένα από τους ανωτέρω
υπαλλήλους, με σαφή νομοθετικώς
καθορισμένο τρόπο αναπροσαρμογής του, ο
οποίος να είναι ετήσιος και κατά το ποσοστό
αναπροσαρμογής των μισθών των δημοσίων
υπαλλήλων. Το προτεινόμενο
ποσό υπολογίσθηκε κατά προσέγγιση, βάσει
των απολογιστικών στοιχείων του ορίου
πληρωμών του Προγράμματος Δημοσίων
Επενδύσεων των τελευταίων ετών. Έτσι με τον
τρόπο αυτό κατοχυρώνεται και διασφαλίζεται
η καταβολή συγκεκριμένου μηνιαίου ποσού
ειδικού επιδόματος προς τους
δικαιούχους και πληρούται κατ’ ελάχιστον ο
σκοπός του νόμου.
Συγκεκριμένα, προτείνουμε
την τροποποίηση του άρθρου 8, παρ. 2α
του ν. 2430/1996 ως εξής:
Τροπολογία στο
σχέδιο νόμου «……………»:
Άρθρο
«…»
Οι διατάξεις
της παρ. 2α του άρθρου 8 του ν. 2430/1996 (ΦΕΚ
156Α’) αντικαθίστανται ως ακολούθως:
«Στους
μόνιμους και με σύμβαση εργασίας αορίστου
χρόνου υπαλλήλους, μηχανικούς
διπλωματούχους Ανώτατων Εκπαιδευτικών
Ιδρυμάτων, του
Δημοσίου, των Νομικών
Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), της
Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και των
Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.)
καταβάλλεται ειδικό επίδομα (αντιστάθμισμα)
από το σύνολο των πιστώσεων του
Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων του
Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών που
διατίθενται κάθε
χρόνο για την
εκπόνηση μελετών και την κατασκευή
δημοσίων έργων στους ανωτέρω φορείς για την
παροχή κινήτρων για την προσέλκυση ικανών
επιστημόνων στη
δημόσια διοίκηση και εξάντληση της θητείας
τους, την κατοχή και αποκλειστική χρήση
στην Υπηρεσία της άδειας άσκησης
επαγγέλματος, τις αυξημένες ευθύνες στην
εκπόνηση μελετών, στην ανάθεση και
κατασκευή των δημόσιων έργων και
γενικότερα για την υλοποίηση του
προγράμματος δημοσίων επενδύσεων και για
την ταχύτερη απορρόφηση των
διασφαλισμένων κοινοτικών και εθνικών
πόρων. Το ειδικό αυτό επίδομα δεν
καταβάλλεται στο προσωπικό των εξαιρέσεων
που προβλέπονται στις διατάξεις των
περιπτώσεων γ΄, δ΄, ε΄, κ΄, ια΄, ιβ, ιγ΄και ιδ΄
της παραγράφου 2 του άρθρου 14 του ν.2190/1994 (ΦΕΚ
28Α’), καθώς και στο προσωπικό με σχέση
εργασίας ορισμένου χρόνου.
Το ειδικό επίδομα ορίζεται
στο ποσό των τριακοσίων ογδόντα Ευρώ (380 €)
μηνιαίως, το οποίο καταβάλλεται ανά δίμηνο
σε καθένα από τους ανωτέρω υπαλλήλους και
αναπροσαρμόζεται ετησίως κατά το ποσοστό
αναπροσαρμογής των μισθών των Δημοσίων
Υπαλλήλων. Το ποσό που απαιτείται για το
ειδικό αυτό επίδομα, εγγράφεται ετησίως σε
ειδική συλλογική απόφαση σε ενιαίο ειδικό
κωδικό αριθμό και κατατίθεται κάθε δίμηνο,
με αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και
Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας
και Δημοσίων Έργων, σε ειδικό έντοκο
λογαριασμό, που ανοίγεται σε οποιαδήποτε
τράπεζα που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα,
ύστερα από σχετικό διαγωνισμό που
διενεργεί ο Υπουργός Περιβάλλοντος,
Χωροταξίας & Δημοσίων Έργων. Οι τόκοι
ενισχύουν το ποσό του λογαριασμού και
διατίθενται για το σκοπό αυτόν. Η
διαχείριση του ειδικού αυτού λογαριασμού
γίνεται από τη Διεύθυνση Οικονομικού -
Τμήμα Οικονομικής Διοίκησης της Γενικής
Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου
Περιβάλλοντος, Χωροταξίας & Δημοσίων
Έργων. Για την πρόσθετη αυτή εργασία
καταβάλλεται το ανωτέρω ειδικό επίδομα και
στους υπαλλήλους της Υπηρεσίας αυτής καθώς
και στον Προϊστάμενο της Γενικής
Διεύθυνσης Διοίκησης και Προγράμματος και
στους υπαλλήλους Ανώτατων Εκπαιδευτικών
Ιδρυμάτων της Διεύθυνσης Νομοθετικού
Συντονισμού της ανωτέρω Γενικής
Γραμματείας Δημοσίων Έργων. Η ανωτέρω
Διεύθυνση Οικονομικού - Τμήμα Οικονομικής
Διοίκησης οφείλει
να συνεργάζεται και να συντονίζει το έργο
της με τη Διοίκηση της Π.Ο. Ε.Μ.Δ.Υ.Δ.Α.Σ. και
να προτείνουν στον Υπουργό Περιβάλλοντος,
Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων την
προμήθεια υλικοτεχνικών μέσων στήριξης της
Διεύθυνσης, που η σχετική δαπάνη θα
αντιμετωπίζεται από το προϊόν του σχετικού
λογαριασμού, ώστε να επιτυγχάνεται η ομαλή
και απρόσκοπτη καταβολή στους υπαλλήλους
του ειδικού επιδόματος.
Το ποσό του
ειδικού επιδόματος μαζί με κάθε άλλη
πρόσθετη αμοιβή ή αποζημίωση, που
καταβάλλονται στους δικαιούχους, δεν
μπορούν μηνιαίως να
υπερβαίνουν το σύνολο των αποδοχών της
οργανικής τους θέσης. Με απόφαση των
Υπουργών Οικονομίας & Οικονομικών και
Περιβάλλοντος Χωροταξίας & Δημοσίων
Έργων καθορίζεται γενικά η διαδικασία
καταβολής του ειδικού επιδόματος, ο τρόπος
διαχείρισης του ειδικού λογαριασμού, καθώς
και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια αναγκαία
για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας
παραγράφου.
Η
ανωτέρω τροποποίηση ισχύει από 1.1.2003».
Ευαγγελία
Βασιλείου
Αθανάσιος
Μίσχος
Δήμητρα
Σωτηρίου
Εκπρόσωπος
Γ.Γ.Δ.Ε. – Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (Δ18)
Παναγιώτα
Αναστασοπούλου
Εκπρόσωπος
Γ.Γ.Δ.Ε. – Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (Δ11)
Νικόλαος
Ματζάκος
Εκπρόσωπος
Π.Ο. Ε.Μ.Δ.Υ.Δ.Α.Σ.