Aλέξης Π. Μητρόπουλος
Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
Μαρία Ν. Ντότσικα
Δικηγόρος ΔΝ,
Μεσολαβητής- Διαιτητής Ο.ΜΕ.Δ.
Αθήνα, 5 Σεπτεμβρίου 2000
Προς την ΕΜΔΥΔΑΣ Πανελλήνια Ομοσπονδία
ΘΕΜΑ :
Συλλογική Σύμβαση Εργασίας για τους δημοσίους υπαλλήλους, διπλωματούχους μηχανικούς,
που εκπροσωπούνται από την ΕΜΔΥΔΑΣ ΠΟ..
Α. Ερωτήματα και Στοιχεία
Β. Γνωμοδότηση
Μέρος Α :
Ο Νομικός
χαρακτηρισμός της Σ.Σ.Ε., που είναι δυνατόν
να καταρτίσει η
ΕΜΔΥΔΑΣ Π.Ο. στο πλαίσιο του Ν. 2738/1999.
1.
Η θέση της ΕΜΔΥΔΑΣ ΠΟ στα επίπεδα
συνδικαλιστικής εκπροσώπησης του
συστήματος συλλογικών διαπραγματεύσεων
των υπαλλήλων του δημοσίου .
2. Η νομική θεμελίωση των
συλλογικών συμβάσεων των δημοσίων
υπαλλήλων.
3. Τα επίπεδα των συλλογικών διαπραγματεύσεων και τα είδη των συλλογικών συμβάσεων.
4. Η ικανότητα της ΕΜΔΥΔΑΣ ΠΟ να
συνάπτει ΣΣΕ
5.
Επίπεδα συλλογικής διαπραγμάτευσης και
είδη ΣΣΕ για τους δημοσίους υπαλλήλους
διπλωματούχους μηχανικούς
.
Μέρος Β :
Τα ειδικότερα ερωτήματα.
1ον
Πως εκπροσωπείται το Δημόσιο στην
ανωτέρω Σ.Σ.Ε.;
2ον
Ποια η σχέση της ανωτέρω ΣΣΕ με λοιπούς
όρους άλλων ειδικών ΣΣΕ, που
καταρτίζονται
σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 2738/1999;
3ον
Πως μπορεί να αποφευχθούν προβλήματα
συρροής με άλλες ειδικές Σ.Σ.Ε.
σε εφαρμογή
του άρθρου 8 του Ν. 2738/1999;
" 1) Δεδομένου ότι
η "ΕΜΔΥΜΑΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ"
αποτελεί Κλαδική Ομοσπονδία των
διπλωματούχων μηχανικών του Δημοσίου και
καλύπτει συνδικαλιστικά μηχανικούς που
υπηρετούν στο σύνολο των δημοσίων
υπηρεσιών (Υπουργεία, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ, Νομαρχιακές
Αυτοδιοικήσεις, Γενικές Γραμματείες
Περιφερειών κλπ), και ως εκ τούτου για την
διαπραγμάτευση κλήθηκαν εκ μέρους της
Ομοσπονδίας όλα τα Υπουργεία (προκειμένου
να εκπροσωπήσουν και τα εποπτευόμενα ΝΠΔΔ)
καθώς και η ΚΕΔΚΕ και ΕΝΑΕ, ποια είναι στη
συγκεκριμένη περίπτωση τα αρμόδια όργανα
του Δημοσίου με τα οποία θα διεξαχθούν οι
κατά τα άρθρα 4 και 5 διαπραγματεύσεις και θα
υπογραφούν η σχετική Σ.Σ.Ε. και οι τυχόν
συλλογικές συμφωνίες ; Θα πρέπει δηλαδή
κατά τις διαπραγματεύσεις, εφόσον αυτές
αφορούν υπαλλήλους όλων των Υπουργείων και
δημόσιων υπηρεσιών, όλων των ΟΤΑ, ΝΠΔΔ και
ΟΤΑ να παρευρίσκονται εξουσιοδοτημένοι
εκπρόσωποι όλων αυτών, ή θα ήταν δυνατόν,
λόγω και της ιδιομορφίας της συγκεκριμένης
συνδικαλιστικής οργάνωσης, - της οποίας
σημειωτέον με ρητή δήλωση καταχωρημένη στα
πρακτικά της Βουλής του αρμόδιου
Υφυπουργού Λ. Τζανή διευκρινίστηκε άνευ
αμφισβητήσεως το δικαίωμα υπογραφής Ε.Σ.Σ.Ε.,
ιδίως σελ. 38 - να εξουσιοδοτηθεί κοινός
εκπρόσωπος, πχ. του ΥΠΕΧΩΔΕ ή και των ΚΕΔΚΕ
και ΕΝΑΕ, προς διαπραγμάτευση και υπογραφή
και με ποια διαδικασία ;
2) Οι
διπλωματούχοι μηχανικοί, ανάλογα με το
Υπουργείο και γενικότερα τον φορέα του
δημόσιου τομέα όπου υπηρετούν, λαμβάνουν
διάφορα πέραν του μισθολογίου επιδόματα
και παροχές ή απολαμβάνουν κάποιων ειδικών
ευνοϊκών θεσμικών ρυθμίσεων, που ισχύουν
για τους υπαλλήλους γενικά της αυτής
υπηρεσίας. Είναι επίσης δυνατόν, κατά την
διαδικασία των συλλογικών
διαπραγματεύσεων που ξεκίνησε ήδη με τις
δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις
να θεσπιστούν κάποιες ειδικότερες
ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους υπαλλήλους
ορισμένων Υπουργείων και Υπηρεσιών, οι
οποίες πιθανόν δεν θα έχουν προβλεφθεί με
την Ε.Σ.Σ.Ε. της ΕΜΔΥΔΑΣ Π.Ο. Στην περίπτωση
αυτή, ποια θα πρέπει να είναι η διατύπωση
στους όρους της Ε.Σ.Σ.Ε. της ΕΜΔΥΔΑΣ Π.Ο., ώστε
να μην υπάρξει πρόβλημα συρροής Σ.Σ.Ε. και να
εφαρμοστούν και για τους μηχανικούς του
Δημοσίου, των οποίων τα γενικότερα θέματα
θα ρυθμίζονται με την Σ.Σ.Ε. της ΕΜΔΥΔΑΣ, οι
τυχόν ευνοϊκότερες ειδικές ρυθμίσεις των Σ.Σ.Ε.
των επιμέρους Υπηρεσιών ; "
Η
απάντηση στα ερωτήματα αυτά βασίζεται στον
νομικό χαρακτηρισμό της συλλογικής
σύμβασης εργασίας των
εμμίσθων πολιτικών υπαλλήλων με σχέση
δημοσίου δικαίου, διπλωματούχων μηχανικών
του δημοσίου. Η
απάντηση στο βασικό αυτό ερώτημα αποτελεί
και το υπόβαθρο για την απάντηση στα
επιμέρους ερωτήματα, που είναι τα εξής :
1ον Πως εκπροσωπείται το Δημόσιο
στην ανωτέρω Σ.Σ.Ε.;
2ον
Ποια η σχέση της ανωτέρω Σ.Σ.Ε. με
λοιπούς όρους άλλων ειδικών Σ.Σ.Ε.,
που καταρτίζονται
σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφο 2 του Ν. 2736/1999;
3ον
Πως μπορεί να αποφευχθούν προβλήματα
συρροής με άλλες ειδικές Σ.Σ.Ε. σε
εφαρμογή του
άρθρου 8 του Ν2738/1999;
Με
το από 1/8/2000 έγγραφό σας τέθηκαν υπόψη μας τα
εξής στοιχεία :
1.
Το Καταστατικό της ΕΜΔΥΔΑΣ Πανελλήνια
Ομοσπονδία (έγκριση με την 2338/1997 απόφαση του
Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που
καταχωρή-θηκε στο βιβλίο σωματείων με αρ.
599).
2.
Το
γεγονός ότι η ΕΜΔΥΔΑΣ Π.Ο. κίνησε διαδικασία
συλλογικών διαπραγμα-τεύσεων με βάση τον Ν.
2738/1999. Για τον σκοπό αυτό απεύθυνε τις 15.2.200
και 27.4.2000 δηλώσεις προσκλήσεις προς όλα τα
Υπουργεία, ΝΠΔΔ κλπ για σύναψη ΕΣΣΕ στα
πλαίσια του Ν. 27/38/1999.
Μέρος
Α Ο Νομικός χαρακτηρισμός της Σ.Σ.Ε. που
είναι δυνατόν να καταρτίσει η ΕΜΔΥΔΑΣ Π.Ο.
στο πλαίσιο του Ν. 2738/1999.
1.
Η θέση της
ΕΜΔΥΔΑΣ ΠΟ στα επίπεδα συνδικαλιστικής
εκπροσώπησης του συστήματος συλλογικών
διαπραγματεύσεων των υπαλλήλων του
δημοσίου .
Η ΕΔΜΥΔΑΣ
Π.Ο. είναι δευτεροβάθμια συνδικαλιστική
οργάνωση, μέλη της οποίας μπορεί να είναι
όλες οι πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές
οργανώσεις μηχανικών διπλωματούχων ΑΕΙ,
μελών του ΤΕΕ, που υπηρετούν ως μόνιμοι
πολιτικοί υπάλληλοι (δημόσιοι υπάλληλοι) ή ως πολιτικοί
υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού στην
Περιφερειακή Διοίκηση και στους
Οργανισμούς Τοπικής και Νομαρχιακής
Αυτοδιοίκησης (άρθρο 5 του καταστατικού της
ΕΜΔΥΔΑΣ Π.Ο.). Επιπλέον η ΕΜΔΥΔΑΣ
Π.Ο., εκπροσωπεί 16 πρωτοβάθμιες
οργανώσεις, που έχουν ως μέλη τους 8.300
μηχανικούς του δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των
ΟΤΑ. Επομένως η ΕΜΔΥΔΑΣ Π.Ο. είναι
δευτεροβάθμια ομοιοεπαγγελματική
συνδικαλιστική οργάνωση, που λειτουργεί
σύμφωνα με το άρθρο 30 του Ν. 1264/1982 και
εκπροσωπεί όλους τους διπλωματούχους
μηχανικούς αποφοίτους ΑΕΙ. που
απασχολούνται στο δημόσιο, με τις
υπαλληλικές σχέσεις, που ορίζονται στο
άρθρο 30 παράγραφο 1 του Ν. 1264/1982 [1].
Η ΑΔΕΔΥ
είναι η μόνη τριτοβάθμια συνδικαλιστική
οργάνωση, που καλύπτει τους δημοσίους
υπαλλήλους και τους εργαζόμενους με σχέση
εργασίας ιδιωτικού δικαίου στον εν στενή εννοία δημόσιο τομέα, δηλαδή το δημόσιο τα ΝΠΔΔ και
τους ΟΤΑ. Η ΑΔΕΔΥ οργανώνεται και
λειτουργεί σύμφωνα με τους όρους και τις
προϋποθέσεις του άρθρου 30 του Ν. 1264/1982 ως
τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, όπως
ειδικότερα ορίζεται στις παραγράφους 3, 4
και 10 του ιδίου άρθρου.
Η
ΕΔΜΥΔΑΣ ΠΟ δεν είναι μέλος της ΑΔΕΔΥ.
Το γεγονός αυτό δημιουργεί
ιδιότυπο κενό ουσιαστικής και
διαπραγματευτικής εκπροσώπησης των
διπλωματούχων μηχανικών στις συλλογικές
διαπραγματεύσεις του πρώτου επιπέδου,
δηλαδή αυτών που διεξάγει η της ΑΔΕΔΥ και αποβλέπουν
στην κατάρτιση της γενικής
συλλογικής σύμβασης των δημοσίων υπαλλήλων,
(ΓΣΣΕΔΥ) σύμφωνα με τα οριζόμενα
στο άρθρο 4 παρ. 1 του
Ν. 2738/1999. Πάντως αν και η ΑΔΕΔΥ δεν
εκπροσωπεί στο κεντρικό επίπεδο των
συλλογικών και την ΕΜΔΥΔΑΣ Π.Ο. δεν
μειώνεται η ικανότητα της
διαπραγματευτικής διαπραγματεύσεων της
εκπροσώπησης για όλους τους δημόσιους
υπαλλήλους, περιλαμβανομένων και των
διπλωματούχων μηχανικών
με τους όρους και τις προϋποθέσεις, που
ορίζει η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του Ν.
2738/1999.[2]
Εξάλλου ,η ΑΔΕΔΥ ως τριτοβάθμια
συνδικαλιστική οργάνωση των υπαλλήλων του
δημόσιου είναι η μόνη που διαθέτει την
ικανότητα να μετέχει στις συλλογικές
διαπραγματεύσεις για την
κατάρτιση της ΓΣΣΕΔΥ. Η ικανότητα αυτή
αποτελεί λειτουργικό στοιχείο της
συγκεντρωτικής δομής των συλλογικών
συμβάσεων των δημοσίων υπαλλήλων, που όμως
δεν είναι άγνωστο στην ελληνική έννομη τάξη,
αφού ανάλογη θέση κατέχει και η Γενική
Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος για την
κατάρτισης της Εθνική Γενική Συλλογική
Σύμβαση Εργασίας του Ν.1876/1990 ( αρ. 3 παρ. 1α,
και 3 και άρθρο 8 παρ. 1 )
2.
Η νομική θεμελίωση των συλλογικών
συμβάσεων των δημοσίων υπαλλήλων.
Η
νομική βάση κατάρτισης συλλογικών
συμβάσεων εργασίας για τους δημοσίους
υπαλλήλους, όπως
πάγια δέχεται η ελληνική θεωρία δεν
καλύπτεται από την διάταξη του άρθρου 22
παράγραφος 2 του Συντάγματος, η οποία
κατοχυρώνει την συλλογική αυτονομία μόνον
για τους εργαζόμενους με σχέση ιδιωτικού
δικαίου [3].
Για πρώτη φορά
διαμορφώθηκε νομικό πλαίσιο κατοχύρωσης
της συλλογικής αυτονομίας για τους
δημόσιους υπαλλήλους με τον Ν. 2405/1996, ο
οποίος κύρωσε την διεθνή σύμβαση εργασίας
του ΔΓΕ, 151/17.6.1978. Αυτή η διεθνής σύμβαση
θέσπισε στο άρθρο 7 το δικαίωμα διαπραγμάτευσης και
συμμετοχής των συνδικαλιστικών οργανώσεων
των δημοσίων υπαλλήλων στην διαμόρφωση των
όρων απασχόλησής τους. Στη συνέχεια στο άρθρο
8 τέθηκαν οι αρχές
δημιουργίας συστήματος διακανονισμού των
συλλογικών διαφορών, που θα πρέπει να
παρέχει εγγυήσεις
ανεξαρτησίας και αμεροληψίας.
Ο Ν. 2738/1999
δημιούργησε για πρώτη φορά κανόνες για την
άσκηση του δικαιώματος συλλογικής
αυτονομίας για τις συνδικαλιστικές
οργανώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου,
αναγνωρίζοντας μέσα από τον καθορισμό των
επιπέδων συλλογικής διαπραγμάτευσης
συγκεκριμένη ικανότητα συλλογικής
διαπραγμά-τευσης για κάθε συνδικαλιστική
οργάνωση. Ο
σεβασμός της συλλογικής αυτονομίας στον Ν2738/1999
πηγάζει από το πνεύμα και το γράμμα του
άρθρου 7 της ΔΣΕ 151/1978, που επιβάλει την λήψη
μέτρων "….για την
ενθάρρυνση και προώθηση των …διαδικασιών
διαπραγμάτευσης …ανάμεσα στις δημόσιες
αρχές και τις οργανώσεις των δημοσίων
υπαλλήλων…που επιτρέπει την συμμετοχή
τους στον καθαρισμό των όρων εργασίας τους
." Τούτο έχει ως αποτέλεσμα να
υιοθετηθεί το σχήμα των "επιπέδων
συλλογικής διαπραγμάτευσης", που
ανταποκρίνεται στην οργανωτική δομή του
συνδικαλιστικού κινήματος των υπαλλήλων
του Δημοσίου, αντί να υιοθετηθεί το σχήμα
περιγραφής των ειδών των συλλογικών
συμβάσεων με βάση το ουσιαστικό ρυθμιστικό
τους περιεχόμενο.[4]
Αυτή η νομοθετική πολιτική τονίζει τον
προσανατολισμό της συλλογικής αυτονομίας
προς την συνδικαλιστικη ελευθερία και
τούτο γίνεται σαφέστερο στην παράγραφο 2
του άρθρου 4 του Ν. 2738/1999, όπου περιγράφονται
οι ειδικές συμβάσεις εργασίας, για τις
οποίες ικανότητα συλλογικής
διαπραγμάτευσης αναγνωρίζεται όχι μόνον σε
μία δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση,
που διαθέτει το κριτήριο της
αντιπροσωπευτικότητας αλλά και σε όλες τις
δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις,
που είναι αντιπροσωπευτικές κατά κλάδο ή
ειδικότητα. Έτσι διευκολύνεται
η κατάρτιση συλλογικών συμβάσεων σε
επιμέρους εργασιακούς χώρους, δηλαδή με
πεδίο εφαρμογής τις διοικητικές ή
λειτουργικές ενότητες της Δημόσιας
Διοίκησης.
Η προαναφερόμενη δομή
των συλλογικών συμβάσεων ανάλογα με τα "
επίπεδα συλλογικής διαπραγμάτευσης"
φαίνεται ότι προωθηθεί την ευρύτερη
ανάπτυξη και χρησιμοποίηση των συλλογικών
διαπραγματεύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 7 της
ΔΣΕ 151 1978 και αποτρέπει την συρρίκνωση της
συνδικαλιστικής ελευθερίας την, οποία
αποπνέει η αυστηρή διοικητική δομή της
Δημόσιας Διοίκησης και η συγκεντρωτικότητα
του νομικού πλαισίου ρύθμισης των
εργασιακών σχέσεων των δημοσίων υπαλλήλων.
Το πρόβλημα αυτό είχε εντοπιστεί κατά
το στάδιο προεργασίας του Ν.2738/1999 [5],
αλλά δεν αποφεύχθηκε η πολυπλοκότητα των
μορφών και του πεδίου δέσμευσης των
συλλογικών συμβάσεων αλλά και η σύγχυση
σχετικά με τον καθορισμό της εκπροσώπησης
του δημοσίου και των συνδικαλιστικών
οργανώσεων στις συλλογικές
διαπραγματεύσεις. Για τα θέματα αυτά ο
ίδιος ο νόμος περιλαμβάνει ασαφείς
ρυθμίσεις ( άρθρα 4, 5 και 13 ) σε αντίθεση με
τον Ν.1876/1990, που συγκεκριμενοποιεί τα είδη
των συλλογικών συμβάσεων και την ικανότητα
των φορέων, που έχουν αρμοδιότητα να
μετέχουν στις συλλογικές διαπραγματεύσεις
και να υπογράφουν τις συλλογικές συμβάσεις.
[6]
3.
Τα επίπεδα των συλλογικών διαπραγματεύσεων
και τα είδη των συλλογικών συμβάσεων.
Όπως ρητά αναφέρει η
Εισηγητική Έκθεση του νόμου "…η
διεξαγωγή των συλλογικών διαπραγματεύσεων
καθορίζεται κατά επίπεδα, που συνδυάζουν
στοιχεία συγκέντρωσης και αποκέντρωσης…".
Ενώ ειδικά ως προς το άρθρο 4 διευκρινίζεται
ότι, με αυτό "…
εισάγεται πολυεπιπεδική (τρία επίπεδα)
δυνατότητα διαπραγμά-τευσης, επιχειρώντας
να συνδυάσει τη συγκεντρωτική και την
αποκεντρωτική διαπραγμάτευση, η οποία
οδηγεί στην υπογραφή των σχετικών Σ.Σ.Ε.
ακολουθώντας την υφισταμένη δομή των
συνδικαλιστικών οργανώσεων των δημοσίων
υπαλλήλων στην χώρα". Αξίζει να
σημειωθεί ότι η Γνωμοδότηση της ΟΚΕ ( Γνώμη
21, της 14.10.1998) επιχείρησε
να προσδιορίσει τα επίπεδα των συλλογικών
συμβάσεων με τους όρους α)
Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις, β)
Ειδικές Συλλογικές Συμβάσεις και
γ) Συμβάσεις
εργασιακού χώρου. Παράλληλα
πρόβαλλε νομοτεχνικές παρατηρήσεις , που
όμως δεν αξιοποιήθηκαν, έτσι ο νόμος
διατηρεί σημαντική ασάφεια, την οποία
καλείται να αντιμετωπίσει η νομική
επιστήμη και να διαμορφώσει η δυναμική των
συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Σύμφωνα,
λοιπόν, με την Εισηγητική Έκθεση του νόμου
και την τελική διατύπωση του άρθρου 4 του Ν.
2738/1999, τα επίπεδα συλλογικής
διαπραγμάτευσης είναι τρία και
αντίστοιχα διαμορφώνονται και είδη
των συλλογικών συμβάσεων με βάση την
έκταση εφαρμογής και το ρυθμιστικό
περιεχόμενο των συλλογικών συμβάσεων.
Πρώτον : Κεντρικό
επίπεδο συλλογικής διαπραγμάτευσης
ανάλογο της τριτοβάθμιας
συνδικαλιστικής οργάνωσης.
Στο
επίπεδο αυτό η εργατική πλευρά, σύμφωνα
με την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 4
του Ν. 2738/1999, εκπροσωπείται από την "πλέον
αντιπροσωπευτική τριτοβάθμια
συνδικαλιστική οργάνωση των υπαλλήλων
του Δημοσίου".
Η οργάνωση αυτή είναι η ΑΔΕΔΥ.
Τα
θέματα, που μπορεί να ρυθμιστούν σε αυτό
το επίπεδο, πρέπει, να εμπίπτουν σε εκείνα,
που ειδικά και αποκλειστικά περιγράφονται
στην παράγραφο 2 του άρθρου 3 του ιδίου νόμου.
Οι
όροι
αυτής της συλλογικής
ρύθμισης, πρέπει, να είναι γενικοί, ώστε
να έχουν εφαρμογή για όλους τους
υπαλλήλους ανεξάρτητα
από την ειδικότητα, τον κλάδο και την
δημόσια υπηρεσία, στην οποία απασχολούνται.
Η σχετική συλλογική σύμβαση
εργασίας είναι γενική συλλογική
σύμβαση εργασίας δημοσίων υπαλλήλων (ΓΣΣΕΔΥ).
Δεύτερον : Αποκεντρωμένο
επίπεδο
συλλογικής διαπραγμάτευσης ανάλογο
δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής
οργάνωσης.
Στο επίπεδο αυτό η εργατική
πλευρά, σύμφωνα με την διάταξη της
παραγράφου 2 του άρθρου 4 του Ν. 2738/1999,
εκπροσωπείται από την "πλέον αντιπροσωπευτική
δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση
των δημοσίων υπαλλήλων γενικά ή συγκεκριμένου
τομέα της Δημόσιας Διοίκησης". Ο τομέας
της Δημόσιας Διοίκησης προσδιορίζεται
ειδικά στην παράγραφο 2 του άρθρου 4 του Ν.
2738/1999 ως "… Υπουργείο και εποπτευόμενο ΝΠΔΔ,
αυτοτελής δημόσια υπηρεσία ή ομάδα
ομοειδών ΝΠΔΔ ή διοικητικών αποκεντρωμένων
υπηρεσιών ή ομάδα αυτοδιοικουμένων κατά
τόπο ΝΠΔΔ …".
Τα θέματα, που μπορεί να
ρυθμιστούν σε αυτό το επίπεδο, πρέπει, να
εμπίπτουν επίσης στα ζητήματα, που
περιγράφονται ειδικά και αποκλειστικά στην
παράγραφο 2 του άρθρου 3 του ιδίου νόμου.
Οι
όροι
αυτής της συλλογικής σύμβασης, πρέπει, να
είναι ειδικοί και να έχουν τα εξής πρόσθετα
χαρακτηριστικά :
¨
Να
αντιμετωπίζουν ειδικά εργασιακές
σχέσεις, που παρουσιάζουν ιδιαιτερότητα
λόγω των
συνθηκών εργασίας.
¨
Τα
ρυθμιζόμενα θέματα, να μην έχουν περιληφθεί
στην Σ.Σ.Ε. του πρώτου επιπέδου, δηλαδή στην
ΓΣΣΕΔΥ.
Η σχετική συλλογική σύμβαση
εργασίας είναι ειδική συλλογική
σύμβαση εργασίας δημοσίων υπαλλήλων (ΕΣΣΕΔΥ).
Ανάλογα με την έκταση
εφαρμογής τους οι ΕΣΣΕΔΥ μπορεί να είναι Διυπηρεσιακές
καλύπτοντας
όλο το ελληνικό δημόσιο ή Μερικώς
Διϋπηρεσιακές καλύπτοντας μέρος των
υπηρεσιών του δημοσίου. Επίσης, είναι
δυνατόν, να ομοιάζουν με τις εθνικές ή
τοπικές κλαδικές, επιχειρησιακές ή
ομοιεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις
του Ν.1876/1990, όπου η έννοια του κλάδου, της
επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και του
επαγγέλματος θα αναδειχθεί στην πράξη με
βάση την διοικητική δομή της δημόσιας
διοίκησης και την οργανωτική διάρθρωση του
συνδικαλιστικού κινήματος των δημοσίων
υπαλλήλών.[7]
Τρίτον : Αποκεντρωμένο
επίπεδο
συλλογικής διαπραγμάτευσης ανάλογο
πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης
συγκεκριμένου χώρου εργασίας.
Στο επίπεδο αυτό η εργατική
πλευρά σύμφωνα με την διάταξη της
παραγράφου 3 του άρθρου 4 του Ν.2738/1999
εκπροσωπείται από "την
αντιπροσωπευτική πρωτοβάθμια
συνδικαλιστική οργάνωση του
συγκεκριμένου χώρου εργασίας". Ο χώρος
εργασίας δεν προσδιορίζεται ειδικά από τον
νόμο, αλλά, θα πρέπει, ως χώρος εργασίας να
νοείται συγκεκριμένη διοικητική ενότητα
υπαγόμενη σε Υπουργείο, ΝΠΔΔ ή αυτοτελή
Δημόσια Υπηρεσία.
Τα
θέματα,
που μπορεί να ρυθμιστούν σε αυτό το επίπεδο,
πρέπει, να εμπίπτουν επίσης στα ζητήματα,
που περιγράφονται ειδικά και αποκλειστικά
στην παράγραφο 2 του άρθρου 3 του ιδίου νόμου
Οι όροι αυτής της συλλογικής
σύμβασης, πρέπει, να είναι ειδικοί και
να έχουν τα εξής πρόσθετα χαρακτηριστικά :
¨
Να
είναι λεπτομερείς .
¨
Να
αφορούν τον συγκεκριμένο χώρο εργασίας.
¨
Να
μην συνεπάγονται ιδιαίτερη οικονομική
επιβάρυνση.
¨
Να
μην έχουν αποτελέσει αντικείμενο
διαπραγμάτευσης σε κανένα από τα δύο
προηγούμενα επίπεδα το πρώτο και το δεύτερο,
που ρυθμίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του
άρθρου 4 του Ν. 2738/1999.
Η σχετική συλλογική σύμβαση
εργασίας είναι λεπτομερής συλλογική
σύμβαση εργασίας δημοσίων υπαλλήλων (ΛΣΣΕΔΥ).
4.
Η ικανότητα της ΕΜΔΥΔΑΣ ΠΟ να συνάπτει ΣΣΕ
Από την ανωτέρω παρουσίαση
των επιπέδων και των ειδών
των συλλογικών συμβάσεων προκύπτει
σαφώς ότι η ΕΜΔΥΔΑΣ Π.Ο., ως δευτεροβάθμια
αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση
κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 4
του Ν. 2738/1999, διαθέτει ικανότητες συλλογικής
διαπραγμάτευσης για κατάρτιση ειδικής
συλλογικής σύμβασης εργασίας δημοσίων
υπαλλήλων ΕΣΣΕΔΥ.
Επομένως η
Σ.Σ.Ε., την οποία επιδιώκει η ΕΜΔΥΔΑΣ Π.Ο.,
ανάγεται στο δεύτερο επίπεδο συλλογικής
διαπραγμάτευσης Η
σχετική ΣΣΕ θα είναι ΕΣΣΕΔΥ και θα καλύπτει όλους τους
πτυχιούχους μηχανικούς αποφοίτους ΑΕΙ
μελών του ΤΕΕ, που είναι δημόσιοι υπάλληλοι
.
Στο σημείο αυτό
επισημαίνεται ότι, στην περιγραφή των
ΕΣΣΕΔΥ ο νόμος αναφέρεται ενδεικτικά σε
περιπτώσεις κατάρτισης σχετικών Σ.Σ.Ε. ανά
Υπουργείο, ΝΠΔΔ, αυτοτελή υπηρεσία του
Δημοσίου, ομάδα ομοειδών ΝΠΔΔ ή αυτοτελών
δημοσίων υπηρεσιών. Ο νόμος
δεν αποκλείει την κατάρτιση συλλογικής
σύμβασης εργασίας για μία μόνο
συγκεκριμένη ειδικότητα δημοσίων
υπαλλήλων.
Επομένως,
εφόσον μία ειδικότητα εργαζομένων
εκπροσωπείται από δευτεροβάθμια
αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση,
η οποία καλύπτει γενικά όλους τους
εργαζόμενους συγκεκριμένης ειδικότητας,
που απασχολούνται στο Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ
και τους ΟΤΑ, η οργάνωση αυτή έχει την
ικανότητα να κινήσει διαδικασία συλλογικής
διαπραγμάτευσης σε δεύτερο επίπεδο σύμφωνα
με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 4
του Ν. 2738/1999 και να καταρτίσει ΕΣΣΕΔΥ.
Εξάλλου,
η δυνατότητα κατάρτισης ΕΣΣΕΔΥ για μία μόνο
ειδικότητα δημοσίων υπαλλήλων σε όλο το
Δημόσιο και συγκεκριμένα για τους
διπλωματούχους μηχανικούς επισημάνθηκε
κατά την συζήτηση του νόμου στη Βουλή και ο
αρμόδιος Υφυπουργούς Εσωτερικών Δημόσιας
Διοίκησης και Αποκέντρωσης κος Λ. Τζανής έκανε την ακόλουθη
δήλωση :
" … για τους μηχανικούς της ΕΜΔΥΔΑΣ
… πρέπει να πω ότι, αν εξαιρέσουμε μία
συγκεκριμένη κατηγορία υπαλλήλων, που
εκπροσωπούνται από την ΑΔΕΔΥ, αυτό πρέπει
να το κάνουμε αιτιολογημένα. Από την στιγμή,
που υπάρχει η παράγραφος 2 του άρθρου 4
όπου αναφέρεται ότι "οι ειδικές
συλλογικές συμβάσεις εργασίας μπορούν να
ρυθμίσουν όλα τα ζητήματα, που προβλέπονται
στην παράγραφο 2….δηλαδή το σύνολο των
θεμάτων των συλλογικών διαπραγματεύσεων,
τα οποία από την φύση τους χρειάζονται
ειδικότερη αντιμετώπιση ή αφορούν τις
ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας, εφόσον αυτά
δεν έγιναν δεκτά για να αποτελέσουν
περιεχόμενα γενικής συλλογικής σύμβασης
εργασίας", η άποψή μου είναι ότι, κάλλιστα, οι μηχανικοί
του Δημοσίου μπορούν με ειδικές συλλογικές
συμβάσεις να εκπροσωπούνται, αν θεωρούν
ότι δεν καλύπτονται από την ΑΔΕΔΥ. Νομίζω
ότι δεν υπάρχει κενό και επομένως δεν
υπάρχει και λόγος που θα δικαιολογούσε αυτή
την εξαίρεση."
Με την δήλωση αυτή ο αρμόδιος
Υπουργός δεν δέχθηκε την εξαίρεση των
διπλωματούχων μηχανικών από την εφαρμογή
του Ν. 2738/1999, όπως τούτο συμβαίνει σε
συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων [8]
σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του
άρθρου 12.
Επομένως,
οι Διπλωματούχοι
Μηχανικοί, Δημόσιοι
Υπάλληλοι υπάγονται στην άμεση
εφαρμογή του Ν. 2738/1999 και οι ειδικοί
όροι εργασίας για αυτούς είναι
δυνατόν να ρυθμίζονται με τις ειδικές
συλλογικές συμβάσεις εργασίας της
παραγράφου 2 του άρθρου 4 του νόμου.
5. Επίπεδα συλλογικής
διαπραγμάτευσης και είδη ΣΣΕ για τους
δημοσίους υπαλλήλους διπλωματούχους ς
μηχανικούς .
Οι
όροι εργασίας των διπλωματούχων μηχανικών,
δημοσίων υπαλλήλων,
είναι δυνατόν να περιληφθούν σε συλλογικές
συμβάσεις εργασίας, ως εξής :
α) Στην
ΓΣΣΕΔΥ, που καταρτίζει η ΑΔΕΔΥ.
Με την
σύμβαση αυτή ρυθμίζονται
γενικοί όροι και συνθήκες απασχόλησης για
όλους τους υπαλλήλους, που υπάγονται στο
πεδίο εφαρμογής του νόμου, επομένως και για
τους διπλωματούχους μηχανικούς.
β) Στην ΕΣΣΕΔΥ για τους
διπλωματούχους μηχανικούς, που
απασχολούνται στο Δημόσιο, την οποία μπορεί
να καταρτίσει η ΕΜΔΥΔΑΣ Π.Ο.
Με την
σύμβαση αυτή είναι δυνατόν να ρυθμιστούν
ζητήματα, που αφορούν τις ειδικές συνθήκες
απασχόλησης των μηχανικών, που είναι
δημόσιοι υπάλληλοι και απασχολούνται στον
εν
στενή εννοία Δημόσιο Τομέα. Όμως
ειδικές ρυθμίσεις για μηχανικούς, δεν
είναι δυνατόν, να περιληφθούν στην ΓΣΣΕΔΥ,
διότι τούτο θα αντιστρατεύετο τον γενικό
χαρακτήρα των όρων της, όπως επιτάσσει η
παράγραφος 1 του άρθρου 4 του Ν. 2738/1999.
Είναι όμως, δυνατόν, η συγκεκριμένη
ΕΣΣΕΔΥ να περιλαμβάνει γενικής
εφαρμογής εξειδικευμένες ρυθμίσεις για
όλους τους μηχανικούς στο Δημόσιο ή να
περιλαμβάνει ειδικές
ρυθμίσεις για επιμέρους οργανωτικούς και
διοικητικούς τομείς του Δημοσίου ήτοι,
ανά Υπουργείο, ΝΠΔΔ, αυτοτελή Δημόσια
υπηρεσία ή ΟΤΑ ή ομάδα ομοειδών αυτοτελών
υπηρεσιών ή ΝΠΔΔ.
Επομένως, ενδέχεται να καταρτίζονται
περισσότερες από μία ΕΣΣΕΔΥ για τους
διπλωματούχους μηχανικούς του Δημοσίου,
όπως άλλωστε και για άλλες κατηγορίες
εργαζομένων, που υπάγονται στο πεδίο
εφαρμογής του
Ν. 2738/1999. Στην περίπτωση αυτή
διαφαίνεται δυνατότητα δημιουργίας
ιδιότυπων ομοιοεπαγγελματικών συλλογικών
συμβάσεων στο χώρο του Δημοσίου κατά τρόπο
ανάλογο του πλήθους των
ομοιοεπαγγελματικών συλλογικών συμβάσεων
των εργαζομένων με σχέση εργασίας
ιδιωτικού δικαίου, που υπάγονται στο άρθρο
19 του Ν. 1876/1990 σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις
του άρθρου 3 του ιδίου νόμου .
Ανάλογα με την έκταση
εφαρμογής των όρων της ΕΣΣΕΔΥ, που
υπογράφει η ΕΜΔΥΔΑΣ Π.Ο. η σχετική Σ.Σ.Ε.,
έχουμε την γνώμη ότι, ως συλλογικές
συμβάσεις δευτέρου
επιπέδου, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του
άρθρου 4 του Ν.
2738/1999, μπορούν να διακριθούν σε δύο
επιμέρους κατηγορίες :
i) Την Διϋπηρεσιακή
ΕΣΣΕΔΥ, που θα έχει γενική εφαρμογή για
όλους τους μηχανικούς, που απασχολούνται ως
δημόσιοι υπάλληλοι στο Δημόσιο (ένα είδος εθνικής ομοιεπαγγελματικής
σύμβασης για τους Μηχανικούς).
ii)
Τις Μερικώς Διϋπηρεσιακές ΕΣΣΕΔΥ,
που θα έχουν συγκεκριμένη εφαρμογή για
όλους τους μηχανικούς ορισμένου
οργανωτικού και διοικητικού τομέα, ήτοι
Υπουργείο, ΝΠΔΔ, αυτοτελή Δημόσια υπηρεσία
ή ΟΤΑ ή ομάδα ομοειδών αυτοτελών υπηρεσιών
ή ΝΠΔΔ. (ένα είδος
τοπικής ή επιχειρησιακής
ομοιεπαγγελματικής συλλογικής ρύθμισης
για τους μηχανικούς, εφόσον
δεν συμπράττει με άλλες
συνδικαλιστικές οργανώσεις, ώστε να
δημιουργηθεί μια μορφή
τοπικής κλαδικής ή επιχειρησιακής
συλλογικής ρύθμισης).
Οι
πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις
μέλη της ΕΜΔΥΔΑΣ Π.Ο. έχουν την ευχέρεια να
καταρτίσουν τρίτου επιπέδου συλλογικές
συμβάσεις δηλαδή ΛΣΣΕΔΥ, σύμφωνα με τα
οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 4 του
Ν. 2738/1999, όπως προαναφέραμε.( ένα
είδος επιχειρησιακών ομοιεπαγγελματικών
συλλογικών συμβάσεων με πεδίο αναφοράς την
συγκεκριμένη εκμετάλλευση, εφόσον
δεν συμπράττει με άλλες
συνδικαλιστικές οργανώσεις, ώστε να
δημιουργηθεί μια μορφή
επιχειρησιακής συλλογικής ρύθμισης) [9].
Μέρος Β :
Τα ειδικότερα ερωτήματα
1ον
Πως
εκπροσωπείται το Δημόσιο στην ανωτέρω Σ.Σ.Ε.
;
Ανάλογα
με το επίπεδο της συλλογικής σύμβασης
εργασίας του Ν. 2738/1999, που ρυθμίζει όρους
αμοιβής και εργασίας των δημοσίων
υπάλληλων διπλωματούχων μηχανικών, το
ελληνικό Δημόσιο, ως εργοδοτική πλευρά,
εκπροσωπείται ως εξής :
α) Στην
ΓΣΣΕΔΥ το ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται
κατ΄ αρχήν από τον Υπουργό Εσωτερικών
Δημοσίας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (Υπ.
ΕΔΔΑ).
Τούτο
προκύπτει από τις εξής ρυθμίσεις α) την
ρύθμιση της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του Ν.2738/1999,
που αναφέρεται στη διαδικασία των
διαπραγματεύσεων και με την οποία ορίζεται
ο Υπ. ΕΔΔΑ ως το αρμόδιο όργανο του Δημοσίου
για την διεξαγωγή των συλλογικών
διαπραγματεύσεων, αφού η πρόσκληση για
έναρξη των διαπραγματεύσεων κοινοποιείται
προς αυτόν και β) από τις ρυθμίσεις του
άρθρου 6 του Ν. 2738/1999 σχετικά με την
διαδικασία υπογραφής και καταχώρησης των Σ.Σ.Ε.,
όπου όλες οι σχετικές αρμοδιότητες ανήκουν
στο Υπ. ΕΔΔΑ. Οι ρυθμίσεις αυτές είναι
συνεπείς με την γενική αρμοδιότητα του Υπ.
ΕΔΔΑ για τα θέματα Δημόσιας Διοίκησης, στα
οποία περιλαμβάνονται και τα θέματα, που
αφορούν τους δημοσίους υπαλλήλους.
Για τον
καλύτερο συντονισμό των απόψεων του
Δημοσίου σχετικά με τους όρους αμοιβής και
εργασίας των εργαζομένων δεν αποκλείεται
να ορισθούν ως εκπρόσωποι του Δημοσίου και
άλλα όργανα της Δημόσιας Διοίκησης
προερχόμενα από όλα τα άλλα Υπουργεία.
Πάντως, η διατύπωση του νόμου, έχουμε την
γνώμη, ότι δημιουργεί συγκεκριμένη
αρμοδιότητα συμμετοχής στις συλλογικές
διαπραγματεύσεις των δημοσίων υπαλλήλων
μόνο για τον Υπ. ΕΔΔΑ,. Τούτο βέβαια δεν
αποκλείει την παράλληλη αρμοδιότητα των
λοιπών Υπουργών, οι οποίοι εποπτεύουν τους
υπαλλήλους του Υπουργείου τους και των ΝΠΔΔ,
που υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου
τους. Γι αυτούς τους Υπουργούς η σχετική
αρμοδιότητα είναι συντρέχουσα και η τυχόν
εξειδίκευση προσδιορίζεται στους
Οργανισμούς των Υπουργείων.
Ειδικά
όμως σε ότι αφορά τον Υπουργό Οικονομικών (Υπ.Ο)
και τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας (Υπ.Εθ.Ο),
των οποίων οι αρμοδιότητες αναφέρονται
στις κάθε είδους δαπάνες του Δημοσίου και
την άσκηση εθνικής οικονομικής πολιτικής,
είναι αναγκαία η συμμετοχή τους στις
συλλογικές διαπραγματεύσεις, στο βαθμό που,
οι ρυθμίσεις των συλλογικών συμβάσεων
συνεπάγονται δαπάνες για το ελληνικό
Δημόσιο. Σημειώνεται όμως, ότι, τα θέματα
των συλλογικών συμβάσεων, που αναφέρονται
στην παράγραφο 2 του άρθρου
3 του Ν. 2738/1999, αν και δεν αναφέρονται σε
μισθολογικά θέματα, είναι δυνατόν να
συνεπάγονται δαπάνες για το ελληνικό
Δημόσιο, όπως πχ. τα θέματα εκπαίδευσης και
επιμόρφωσης, τα μέτρα υγιεινής και
ασφάλειας, τα θέματα του χρόνου απασχόλησης.
Το γεγονός αυτό καθιστά αναγκαία την
συμμετοχή του Υπουργού Οικονομικών (Υπ.Ο)
και τού Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (Υπ.Εθ.Ο)
Συμπερασματικά
το ελληνικό Δημόσιο στο πρώτο επίπεδο
συλλογικών διαπραγματεύσεων, που οδηγεί
στην κατάρτιση της ΓΣΣΕΔΥ εκπροσωπείται
υποχρεωτικώς από τον Υπ. ΕΔΔΑ, τον Υπ. ΕθΟ
και τον Υπ.Ο, ενώ δεν αποκλείεται η
συμμετοχή και παράλληλη αρμοδιότητα όλων
των άλλων Υπουργών στα πλαίσια των
αρμοδιοτήτων τους, για το προσωπικό του
Υπουργείου τους.
β)
Στις ΕΣΣΕΔΥ των διπλωματούχων
μηχανικών, ανάλογα με την έκταση της
εφαρμογής και δηλαδή, αν πρόκειται για
διϋπηρεσιακές ΕΣΣΕΔΥ ή μερικώς
διϋπηρεσιακές ΕΣΣΕΔΥ το ελληνικό Δημόσιο,
εκπροσωπείται ως εξής :
i)
Στις
διϋπηρεσιακές ΕΣΣΕΔΥ
το ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται από τον
Υπ. ΕΔΔΑ, τον Υπ.ΕθΟ και τον Υπ.Ο, για τους
ίδιους λόγους, που αναφέραμε ανωτέρω
σχετικά με την εκπροσώπηση του Δημόσιου
στην ΓΣΣΕΔΥ, οπότε για τους ίδιους λόγους
δεν αποκλείεται η παράλληλη αρμοδιότητα
και όλων των άλλων Υπουργών. Επιπλέον ο
νόμος θέσπισε ειδική "συμβουλευτική
- ενημερωτική αρμοδιότητα" για την
Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων
Ελλάδος (ΚΕΔΚΕ) και την Ένωση Νομαρχιακών
Αυτοδιοικήσεων Ελλάδος (ΕΝΑΕ), οι οποίες
εκπροσωπούν την τοπική αυτοδιοίκηση πρώτου
και δευτέρου βαθμού, αντίστοιχα, σε εθνικό
επίπεδο. Η ρύθμιση αυτή είναι συνεπής με τον
νομικό χαρακτήρα και την συνταγματική
κατοχύρωση της τοπικής αυτοδιοίκησης. Όμως,
η αρχή της ενότητας της εκπροσώπησης του
ελληνικού Δημοσίου από τον Υπ. ΕΔΔΑ
καταρχήν και τον Υπ.ΕθΟ και Υπ.Ο,
διατηρείται στο ακέραιο για τα θέματα της
υπηρεσιακής κατάστασης των δημοσίων
υπαλλήλων των ΟΤΑ. Για το λόγο αυτό οι
εκπρόσωποι της ΚΕΔΚΕ και της ΕΝΑΕ "καλούνται
να παραστούν κατά τις διαπραγματεύσεις"
(άρθρο 3 παράγραφος 2 περίοδος β΄) και είναι
προφανές ότι, δεν διαθέτουν την αρμοδιότητα
υπογραφής των σχετικών συλλογικών
συμβάσεων.
Η
εκπροσώπηση του Δημοσίου είναι δυνατόν να
ανατεθεί σε συγκεκριμένο όργανο της
δημόσιας διοίκησης, που
θα έχει εξουσιοδοτηθεί από τους αρμόδιους
Υπουργούς , όπως προαναφέραμε και την ΚΕΔΚΕ
και την ΕΝΑΕ. Το εξουσιοδοτημένο όργανο της
δημόσιας διοίκησης, μπορεί να είναι ένας
κοινός ή περισσότεροι κοινοί
ή μη εκπρόσωποι, γεγονός που ανάγεται
στην διακριτική ευχέρεια των αρμοδίων
Υπουργών, που έχουν την αρμοδιότητα της
συλλογικής διαπραγμάτευσης.
.
ii)
Στις
μερικώς διϋπηρεσιακές ΕΣΣΕΔΥ
το ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται από το
"αρμόδιο όργανο", που ασκεί την
εποπτεία των δημοσίων υπαλλήλων.
Δηλαδή
πέραν του Υπ. ΕΔΔΑ, του Υπ.ΕθΟ και του Υπ.Ο.,
που έχουν αρμοδιότητα σε θέματα δημοσίων
υπαλλήλων, όπως προαναφέραμε, προστίθεται,
οπωσδήποτε και το αρμόδιο όργανο της
δημόσιας διοίκησης (Υπουργός, διοίκηση του
ΝΠΔΔ), που εποπτεύει τους υπαλλήλους της
συγκεκριμένης Δημόσιας Υπηρεσίας (Υπουργείο,
ΝΠΔΔ, αυτοτελής υπηρεσία ή ομάδα ΝΠΔΔ ή
ομάδα αυτοτελών υπηρεσιών). Στην περίπτωση
αυτή ορίζεται αρμόδιο όργανο για την διεξαγωγή των
συλλογικών διαπραγματεύσεων στο
συγκεκριμένο επίπεδο, δηλαδή κατάλληλα
εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος του Δημοσίου.
Ο
εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος, πρέπει, να
διαθέτει εξειδικευμένη αρμοδιότητα, η
οποία, είτε θα αναφέρεται γενικά στις κάθε
είδους διαπραγματεύσεις του δευτέρου
επιπέδου της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του
Ν. 2738/1999, είτε θα αναφέρεται λεπτομερώς
στις συγκεκριμένες διαπραγματεύσεις στις
οποίες αφορά η εξουσιοδότηση.
γ) Στις
ΛΣΣΕΔΥ το ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται
από το αρμόδιο όργανο της Δημόσιας
Διοίκησης που εποπτεύει τον συγκεκριμένο
χώρο εργασίας.
Στην
περίπτωση αυτή ισχύουν, όσα αναφέραμε
ανωτέρω για την εκπροσώπηση του ελληνικού
Δημοσίου στο δεύτερο επίπεδο των
συλλογικών διαπραγματεύσεων και
ειδικότερα για τις μερικώς διυπηρεσιακές
ΕΣΣΕΔΥ.
Είναι αυτονόητο ότι, ο εκπρόσωπος του
Δημοσίου, πρέπει, να διαθέτει κατάλληλη
εξουσιοδότηση. Αυτή η εξουσιοδότηση
εκδίδεται στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων για
θέματα προσωπικού, που διαθέτει το αρμόδιο
όργανο της διοίκησης, που εποπτεύει τον
συγκεκριμένο χώρο εργασίας, στον οποίο
αφορά η ΛΣΣΕΔΥ.
2ον
Ποια
η σχέση της ανωτέρω ΣΣΕ με λοιπούς όρους
άλλων ειδικών ΣΣΕ, που καταρτίζονται
σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 2738/1999 ;
Στις συλλογικές συμβάσεις
των υπαλλήλων του Δημοσίου του Ν. 2738/1999
ισχύει η αρχή της
τάξεως και η αρχή
της εύνοιας, που ισχύει γενικά στο
δίκαιο των συλλογικών συμβάσεων της χώρας.
Σε ότι αφορά
την αρχή της τάξεως τα επίπεδα των
συλλογικών συμβάσεων του άρθρου 4 του Ν.
2738/1999 καθιερώνουν την ιεραρχική σειρά των
συλλογικών συμβάσεων καθώς και τους όρους
και τις προϋποθέσεις ρύθμισης εργασιακών
σχέσεων στα διάφορα επίπεδα, ώστε με βάση
τον κανόνα της εξειδίκευσης να
αποφεύγονται επικαλύψεις. Με τον τρόπο αυτό
δημιουργείται μία θεσμική συγκεντρωτική
διάρθρωση των συλλογικών συμβάσεων. Με τον
τρόπο αυτό οι γενικές ρυθμίσεις του πρώτου
επιπέδου συμπληρώνονται από τις ειδικές
του δευτέρου επιπέδου και στη συνέχεια, οι
ειδικές ρυθμίσεις του δευτέρου επιπέδου
συμπληρώνονται από τις λεπτομερέστερες
ρυθμίσεις του τρίτου επιπέδου.
Η διάρθρωση αυτή
αποκλείει πρακτικά την θεματική σύγκρουση
ρυθμίσεων διαφόρων επιπέδων, και
δημιουργεί την πυραμίδα των συλλογικών
ρυθμίσεων, που χαρακτηρίζονται από την
διάκριση σε γενικές και ειδικές με βάση τις
γενικές ρυθμίσεις του πρώτου επιπέδου. Η
αποτελεσματικότητα αυτών των ρυθμίσεων θα
κριθεί στην πράξη, όμως,
η αρχή της τάξης δεν αποκλείει την
θέσπιση ευνοϊκότερων ή δυσμενέστερων
ρυθμίσεων στα διάφορα επίπεδα των
συλλογικών ρυθμίσεων και στα επιμέρους
πεδία ισχύος των συλλογικών συμβάσεων ανά
επίπεδο.
Το πρόβλημα της
παράλληλης εφαρμογής πολλών συλλογικών
συμβάσεων εργασίας αντιμετωπίζεται με την
αρχή της εύνοιας, η οποία διέπει
την συρροή του άρθρο 8 του Ν. 2738/1999 .
Η συρροή των συλλογικών
συμβάσεων εργασίας ρυθμίζεται
και για τους για τους εργαζόμενους με
σχέση ιδιωτικού δικαίου στο άρθρο
10 του Ν. 1876/1990, όπου, όμως η αρχή της εύνοιας
εφαρμόζεται υπό όρους και κάμπτεται κατά
την συρροή των ομοιεπαγγελματικών
συλλογικών συμβάσεων με τα άλλα είδη σ.σ.ε.[10]
Ας σημειωθεί όμως ότι, ο θεσμός της συρροής,
με εξαίρεση την Εθνική Γενική Συλλογική
Σύμβαση Εργασίας, δεν εφαρμόζεται για τους
εργαζόμενους με σχέση ιδιωτικού δικαίου
στο δημόσιο, που υπάγονται στο Ν1876/1990 και
συνάπτουν ΣΣΕ με βάση τα οριζόμενα στο
άρθρο 19 του νόμου. [11]
Στην περίπτωση
των δημοσίων υπαλλήλων η συρροή
εφαρμόζεται αποκλειστικά με βάση την αρχή
της εύνοιας Στην
εισηγητική έκθεση του νόμου αναφέρεται
ρητά ότι " … τα
θέματα της συρροής (αφορούν την
αντιμετώπιση όμοιων ρυθμίσεων) … κατά
διάφορο τρόπο από περισσότερες συλλογικές
συμβάσεις, ώστε να είναι δυνατή κάθε φορά η
υιοθέτηση της ευμενέστερης ή επιεικέστερης
λύσης για τους υπαλλήλους, όταν
δημιουργείται θέμα αμφισβητήσεως σχετικά
με την εφαρμοστέα κατά περίπτωση ρύθμιση.
Με την διάταξη αυτή εισάγεται μία γενικής
εφαρμογής ερμηνευτική αρχή, η οποία θα
καλύπτει τα θέματα, που ανακύπτουν κατά
τρόπο ασφαλή και πάντοτε υπέρ των υπαλλήλων".
Επομένως, η συρροή του άρθρου 8
του Ν2738/1999 αφορά όλες τις συλλογικές
συμβάσεις των δημοσίων υπαλλήλων,
ανεξαρτήτως επιπέδου και εφαρμόζεται
πάντοτε με βάση την αρχή της εύνοιας. Η έννοια
της ευνοϊκότερης ρύθμισης είναι
αντικείμενο νομικής ερμηνείας του
συγκεκριμένου όρου και κρίνεται κατά
περίπτωση. Ο νόμος περιορίζεται στην
θεμελιώδη θέσπιση της αρχής της εύνοιας.
Επομένως ο νόμος
επιτρέπει την θέσπιση ευνοϊκότερων
ρυθμίσεων
για τους δημόσιους υπαλλήλους
με κάθε
επιπέδου -
είδους συλλογική
σύμβαση στο πλαίσιο των άρθρων 3 και 4
του Ν. 2738/1999. Συμβάσεις αυτές λόγω του
κανονιστικού χαρακτήρα τους
(άρθρο 3 παράγραφος 1 του Ν. 2738/1999) [12]
είναι δυνατόν να εισάγουν τροποποιήσεις
ευνοϊκότερες σε σύγκριση με άλλες
συλλογικές συμβάσεις αλλά ακόμη και με τις
ρυθμίσεις της ισχύουσας νομοθεσίας για
το καθεστώς απασχόλησης των δημοσίων
υπαλλήλων .
3ον
Πως
μπορεί να αποφευχθούν προβλήματα συρροής
με άλλες ειδικές Σ.Σ.Ε.
σε εφαρμογή του
άρθρου 8 του Ν. 2738/1999 ;
Με βάση όσα αναπτύξαμε
ανωτέρω για τις σχέσεις των Σ.Σ.Ε. δημοσίων
υπαλλήλων που μπορεί να ισχύουν σωρευτικά,
γίνεται σαφές ότι η αρχή της εύνοιας διέπει
τη συρροή όλων αυτών των συλλογικών
συμβάσεων.
Λαμβάνοντας, υπόψη την
ρύθμιση του άρθρου 8 του Ν. 2738/1999, έχουμε την
γνώμη ότι δεν απαιτείται καμία ιδιαίτερη
ρύθμιση για την αποφυγή προβλημάτων
συρροής. Τα προβλήματα αυτά τα έχει λύσει ο
ίδιος ο νόμος με την αρχή της εύνοιας, η
οποία μάλιστα ισχύει γενικά και χωρίς
προϋποθέσεις.
Στο πλαίσιο αυτό όμως, δεν
βλάπτει να επαναφέρεται και να
επιβεβαιώνεται με ρητό όρο των συλλογικών
συμβάσεων η αρχή της εύνοιας, που θέσπισε το
άρθρο 8 του Ν. 2738/1999 σε συνδυασμό με την
νομική κατοχύρωση του κανονιστικού
χαρακτήρα των ΣΣΕ, όπως αυτός αναφέρεται
στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του ίδιου νόμου.
Στην περίπτωση αυτή ο
όρος, που συνδυάζει τα ανωτέρω, έχουμε την
γνώμη ότι, μπορεί να διατυπωθεί ως εξής :
ΑΡΘΡΟ ____
Συρροή Συλλογικών Συμβάσεων
(Αρχή
της Εύνοιας)
Ευνοϊκότερες ρυθμίσεις, που αφορούν τους υπαλλήλους, που υπάγονται στη σύμβαση αυτή και πηγάζουν από άλλες συλλογικές συμβάσεις εργασίας του άρθρου 4 του Ν. 2738/1999 και της ισχύουσας νομοθεσίας δεν θίγονται με την σύμβαση αυτή.
Για
την γνωμοδότηση
Αλέξης
Π. Μητρόπουλος
Μαρία
Ν. Ντότσικα
[1] Λεβέντης Γ. Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο 1996 σελ. 316 για την δομή των συνδικαλιστικών οργανώσεων των υπαλλήλων του δημοσίου και την δυνατότητα δημιουργίας ομοιεπαγγελματικών συνδικαλιστικών οργανώσεων..
[2] Ο Ν. 2738/1999, ΦΕΚ Α 180 για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις στη δημόσια διοίκηση , ορίζει το πεδίο εφαρμογής του στο άρθρο 1 . Ειδικότερα στην παρ. 1 αναφέρεται ρητά "…στους έμμισθους πολιτικούς υπαλλήλους με σχέση δημοσίου δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών υπαλλήλων , του Δημοσίου, των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου ΝΠΔΔ και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης." και στην παρ. 2 " Για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του δημοσίου των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ α και β βαθμίδας ισχύουν οι διατάξεις του ορθού 19 του Ν1876/1990".
[3] Ι. Κουκιάδης Εργατικό Δίκαιο, Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις 1999 σελ. 70 έως 79 και ιδίως σελ. 70 - 71 όπου αναφορά στην συνταγματική κατοχύρωση της συνδικαλιστικής ελευθερίας των υπαλλήλων του Δημοσίου, την υπαγωγή τους στην διεθνή σύμβαση 87 καθώς και στην κατοχύρωση του δικαιώματος της απεργίας αλλά την εξαίρεσή τους από την κατοχύρωση του δικαιώματος της συλλογικής διαπραγμάτευσης. Η θέση αυτή στηρίζεται κατά κύριο λόγο στον Δημόσιο χαρακτήρα της εργασιακής σχέσης των δημοσίων υπαλλήλων και "στον χαρακτήρα της δημοσιοϋπαλληλικής σχέσης ως καθαρά εξουσιαστικής και ως σχέσης υποταγής" σύμφωνα με πάγια νομολογία του ΣτΕ 2677/1964, 3872/1974 κα. Επίσης Ι. Κουκιάδης Ιδιαιτερότητες των Συλλογικών Διαπραγματεύσεων στη Δημόσια Διοίκηση ΕΕΔ, 56, 1997 σελ. 241 έως 248 ιδίως σελ. 241 & 242, Α. Καζάκος Δημοσιοϋπαλληλικές Σχέσεις : Ετεροκαθορισμός ή Αυτονομία ΕΕΔ, 54, 1995 σελ. 145 έως 153 ιδίως σελ. 146 έως 148 σχετικά με το νομικό θεμέλιο των συνδικαλιστικών ελευθεριών των δημοσίων υπαλλήλων και την έλλειψη συνταγματικής κατοχύρωσης της συλλογικής αυτονομίας για αυτούς με βάση το άρθρο 22 παράγραφος 2 του Συντάγματος. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι μόνο η νομοθετική κύρωση της ΔΣΕ 151/1978 στο πλαίσιο του άρθρου 28 παράγραφος 1 του Συντάγματος θα δημιουργήσει κατάλληλη νομική βάση.
[4] Η Γνωμοδότηση της ΟΚΕ 14.10.1998 επισημαίνει αυτή την καινοτομία και σχολιάζει ότι, η αποτελεσματικότητα του νόμου, μεταξύ άλλων, θα κριθεί από τα επίπεδα, στα οποία μπορούν να διεξαχθούν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και να καταλήξουν σε συλλογικές συμβάσεις ή συμφωνίες.
[5] Ι. Κουκιάδης Εργατικό Δίκαιο, Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις 1999 σελ. 70 έως 79 και ιδίως σελ. 76, όπου αναφορά στις αποκλίνουσες ρυθμίσεις του νόμου για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου που συζητούντο εκείνη την εποχή σε σχέση με τον Ν. 1876/1990 σχετικά με τα είδη των συλλογικών συμβάσεων.
[6] Μ. Ν. Ντότσικα Συλλογικές Διαπραγματεύσεις Εργασιακών Σχέσεων Ιδιωτικού Δικαίου στο Δημόσιο. ΔΕ&Ε 2000 σελ. . 126-139, ιδίως σελ. 129-131, όπου αναπτύσσεται η εφαρμογή των άρθρων 19 και 20 του Ν1876/1990 και εντοπίζεται η δυσκολία ανταπόκριση των ειδών των συλλογικών συμβάσεων του άρθρου 3 του Ν1876/1990 στις συλλογικές συμβάσεις των εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο. Στο φαινόμενο αυτό συμβάλει τόσο η συγκεντρωτική εκπροσώπηση του ελληνικού δημοσίου, όσο και η πολυπλοκότητα της δομής του συνδικαλιστικού κινήματος. Στην πράξη παρατηρούνται πολλές ομοιοεπαγγελματικές Σ.Σ.Ε. σε «τοπικό» αλλά και «επιχειρησιακό επίπεδο».
[7] Ι. Κουκιάδης Ιδιαιτερότητες συλλογικών διαπραγματεύσεων στην δημόσια διοίκηση ΕΕΔ,56 σελ. 241-248. ιδίως σελ. 244 και 245 που εκφράζει την άποψη, ότι οι ομοιεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις είναι παρωχημένος τύπος, που υποβαθμίσθηκε στον Ν1876/1990, και η γνώμη του είναι ότι, δεν προσφέρεται για την Δημόσια Διοίκηση. Το σχήμα των ομοιοεπαγγελματικών Σ.Σ.Ε. τέλος επισημαίνει ότι, ή έννοια των επιμέρους κλάδων, πρέπει, να προσδιορισθεί με την συνδρομή της διοικητικής επιστήμης και του «Υπουργείου Προεδρίας». Το σημαντικό στην άποψη αυτή είναι ο εντοπισμός του προβλήματος και η έλλειψη σαφούς πρότασης, που διαπιστώνεται και στην διατύπωση του Άρθρου 4 του Ν2738/1999. Επομένως, η παρατήρησή μας για μεταφορά νομικών και πραγματικών εννοιών και μεθόδων από την εμπειρία της εφαρμογής του Ν1876/1990 στην Δημόσια Διοίκηση, είναι ωφέλιμη στο βαθμό, που συνδυάζεται με την ελαστικότητα της ερμηνείας των ειδών των συλλογικών συμβάσεων, όπως επισημάναμε σχετικά με τις συλλογικές συμβάσεις του άρθρου 19 του Ν1876/1990 για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο. Μ.Ν.Ντότσικα, σημείωση 6 ανωτέρω.
[8] Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του Ν. 2738/1999 από το πεδίο εφαρμογής του νόμου εξαιρούνται οι ακόλουθες τρεις κατηγορίες υπαλλήλων α) Διπλωματικοί υπάλληλοι, β) Γιατροί του εθνικού συστήματος υγείας και γ) Υπάλληλοι της Βουλής. Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου η εξαίρεση αυτή οφείλεται στο ειδικό νομικό καθεστώς υπηρεσιακής κατάστασης αυτών των δημοσίων υπαλλήλων . Επομένως η ένταξή τους στο λειτουργικό πλαίσιο της δομής των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων, που θέσπισε ο νόμος δημιουργεί ανάγκη ειδικής νομικής μεταχείρισης. Οι ιδιαιτερότητες αναφέρονται και σε θέματα οργάνωσης και δομής των συνδικαλιστικών τους οργανώσεων Για τον λόγο αυτό προβλέφθηκε στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου η ευχέρεια επέκτασης της εφαρμογής του νόμου και στις κατηγορίες αυτές έπειτα από γνώμη της "αντιπροσωπευτικότερης οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης". Για το σκοπό αυτό θα εκδοθεί κατάλληλο Προεδρικό Διάταγμα, στο οποίο είναι δυνατόν να ρυθμιστεί η εκπροσώπηση των εργαζομένων σε πρώτο και δεύτερο επίπεδο, τα όργανα της Δημόσιας Διοίκησης, που κατά περίπτωση εκπροσωπούνται καθώς και τα θέματα, που μπορεί να ρυθμίσουν οι σχετικές Σ.Σ.Ε. και τα οποία μπορεί να είναι όλα ή ορισμένα από τα θέματα που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 3 του Ν. 2738/1999.
[9] Αυτό το είδος Σ.Σ.Ε. δεν αναφέρεται ρητά στο Ν. 1876/1990, ενώ στην πράξη παρατηρούνται τέτοιες Σ.Σ.Ε. Όμως για τους εργαζόμενους με σχέση ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο είναι ένα σύνηθες φαινόμενο. (βλ. Μαρία Ν. Ντότσικα σημείωση 6).
[10] Μ.Ν. Ντότσικα Ουσιαστική δεσμευτικότητα συλλογικών ρυθμίσεων . Δέσμευση - Επέκταση - Συρροή. Ε.Εγ. Δ ,58,199 σελ. 1105- 1127, ιδίως σελ. 1122 επ. Ι. Κουκιάδης . Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις 1999 σελ. 158 -159 , σελ. 163 για τον τρόπο ερμηνείας της συρροής και της σύγκρισης των οικονομικών και των λοιπών όρων.
[11] [11] Μ. Ν. Ντότσικα Συλλογικές Διαπραγματεύσεις Εργασιακών Σχέσεων Ιδιωτικού Δικαίου στο Δημόσιο. ΔΕ&Ε 2000 ιδίως σελ. 127 σχετικά με την στεγανοποίηση των συλλογικών συμβάσεων των εργαζομένων στο δημόσιο από αυτούς του ιδιωτικού τομέα και όταν οι ΣΣΕ κηρύσσονται υποχρεωτικές με εξαίρεση την ΕΓΣΣΕ. Τούτο επιτεύχθηκε με την διατήρηση σε ισχύ του άρθρου 1 παρ. 2 του ΝΔ 1198/1972 μετά την θέσπιση του Ν.1876/1990.
[12] Ο κανονιστικός χαρακτήρας και η δεσμευτικότητα των συλλογικών συμβάσεων αποτελεί σαφή πρόθεση του νομοθέτη, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του νόμου σχετικά με τις συλλογικές συμβάσεις, οι οποίες διαφοροποιούνται από τις συλλογικές συμφωνίες του άρθρου 3 και οι οποίες στερούνται κανονιστικής και ενοχικής δεσμευτικότητας, όπως επίσης ρητά επισημαίνεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου. Βλ. Ι. Κουκιάδης Ιδιαιτερότητες των Συλλογικών Διαπραγματεύσεων στη Δημόσια Διοίκηση ΕΕΔ, 56, 1997 σελ. 246 σχετικά με τις δυσκολίες διαμόρφωσης δεσμευτικών ρυθμίσεων για την υπηρεσιακή κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων. Οι δυσκολίες οφείλονται στην δομή της Δημόσιας Διοίκησης, τους τρόπους άσκησης νομοθετικής πολιτικής για τα θέματα της υπηρεσιακής κατάστασης των δημοσίων υπαλλήλων και το συνταγματικό πλαισιο της εργασιακής τους σχέσης. Επίσης Ι. Κουκιάδης Εργατικό Δίκαιο, Συλλογικές Εργασιακές Σχέσεις 1999 σελ. 70 έως 79 και ιδίως σελ. 76 - 77, όπου αναφορά στις συγκλίνουσες ρυθμίσεις του νόμου για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις των δημοσίων υπαλλήλων του Δημοσίου, που συζητούντο εκείνη την εποχή, σε σχέση με τον Ν. 1876/1990 σχετικά με την κανονιστική ενέργεια των Σ.Σ.Ε. για ορισμένα θέματα.