Kυρίλλου
Λουκάρεως 35, 114 75 Aθήνα
Tηλ.
64.31.387, 64.58.555, Fax 64.60.313
E-mail:
kkremalis@kremalis.gr
Η
Πανελλήνια Ομοσπονδία Ενώσεων Μηχανικών
Δημοσίων Υπαλλήλων Διπλωματούχων Ανωτάτων
Σχολών, με την από 24.09.01 επιστολή, μου
ανέθεσε να γνωμοδοτήσω για τα παρακάτω
θέματα:
«Προϋπόθεση
για τη συνταξιοδότηση των μηχανικών από το
Δημόσιο είναι η υποχρεωτική παραίτηση (εντός
εξαμήνου) από το ΤΣΜΕΔΕ, που συνεπάγεται
απώλεια της ιδιότητας του μηχανικού.
Ερωτάται, αν αυτή η στέρηση αντιβαίνει στην
προστασία της προσωπικότητας και
ειδικότερα στην αρχή της οικονομικής (επαγγελματικής)
ελευθερίας ή σε άλλη γενική αρχή του
δικαίου, ποια η νομική προστασία των
θιγομένων και ποια η δυνατότητα παρέμβασης
της ΕΜΔΥΔΑΣ».
Aπό
το φάκελο που μου υποβλήθηκε και από την
ορθότερη κατά τη γνώμη μου ερμηνεία των
σχετικών διατάξεων προκύπτουν οι ακόλουθες
απαντήσεις:
α.
Σύνθεση του νομικού και πραγματικού
ζητήματος
Με το άρθρο 3 παρ. 1α ΒΔ της 20.11/04.12.40, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 παρ. 1 Ν. 915/79, για να χορηγηθεί σύνταξη γήρατος από το ΤΣΜΕΔΕ απαιτήθηκε διαζευκτικά: α. 35ετής χρόνος ασφάλισης ανεξάρτητα από όριο ηλικίας, β. 25ετής χρόνος ασφάλισης και συμπλήρωση του 58ου έτους ηλικίας, γ. 20ετής χρόνος ασφάλισης και συμπλήρωση του 60ού έτους ηλικίας. Στη συνέχεια, με το άρθρο 47 παρ. 10β Ν. 2084/92 επιβλήθηκε για τη συνταξιοδότηση λόγω γήρατος από τους φορείς κύριας ασφάλισης η συμπλήρωση του 65ου έτους ηλικίας. Ακολούθως, με το άρθρο 19 παρ. 6α Ν. 2150/93 προστέθηκε εξαιρετική διάταξη (στο τέλος της παρ. 10 του άρθρου 47 Ν. 2084/92), σύμφωνα με την οποία δεν απαιτείται συμπλήρωση του 65ου έτους ηλικίας για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από δύο φορείς κύριας ασφάλισης, είτε ταυτόχρονα, είτε σε διάστημα έξι μηνών. Η τελευταία ρύθμιση έχει δυσμενείς επιπτώσεις στους μονιμοποιηθέντες μηχανικούς του Δημοσίου. Πιο συγκεκριμένα, μέσα στο περιορισμένο εξάμηνο διάστημα, όσοι συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης από το Δημόσιο (ή από άλλο φορέα κύριας ασφάλισης) πρέπει αναγκαστικά να διακόψουν κάθε σχετική επαγγελματική δραστηριότητα, προκειμένου να συνταξιοδοτηθούν και από το ΤΣΜΕΔΕ (κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του παραπάνω ΒΔ/τος). Διαφορετικά, δεν αποκτούν δικαίωμα σύνταξης γήρατος πριν από τη συμπλήρωση του 65ου έτους ηλικίας, ακόμα και αν έχουν συμπληρώσει τις χρονικές προϋποθέσεις ασφάλισης στο ΤΣΜΕΔΕ λόγω ιδιότητας ή επαγγέλματος (μηχανικού).
β.
Έλεγχος συνταγματικότητας της
υποχρεωτικής εξόδου από το επάγγελμα
Η
υποχρεωτική διακοπή μιας ανεξάρτητης
επαγγελματικής ιδιότητας ή δραστηριότητας
πρέπει κανονικά να εξυπηρετεί κοινωνικές ή
ανθρωπιστικές σκοπιμότητες. Ο άμεσος ή
έμμεσος νομοθετικός εξαναγκασμός των
επαγγελματιών μηχανικών να σπεύδουν στη
σύνταξη γήρατος και μάλιστα σε περίοδο
πλήρους αξιοποίησης της μόρφωσης και των
εμπειριών τους, πρέπει να ελεγχθεί από
θεσμική και συνταγματική άποψη.
1.-
Η αίτηση σύνταξης γήρατος, είτε μετά τη
συμπλήρωση ορίου ηλικίας, είτε μετά τη
συμπλήρωση ορισμένου χρόνου στην
παραγωγική διαδικασία, αποτελεί δικαίωμα
των ασφαλισμένων που πρέπει να ασκείται με
ελεύθερη και ρητή δήλωση της βούλησής τους
σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του
δικαίου (βλ. άρθρα 127 επ. ΑΚ) και τη νομοθεσία
των φορέων κοινωνικής ασφάλισης στη χώρα
μας (Κρεμαλής, Δίκαιο Κοινωνικών Ασφαλίσεων,
1985, 266, 308). Μπορεί να υπάρχει θεωρητική και
νομολογιακή αμφισβήτηση ως προς τη χρονική
στιγμή που εμφανίζονται τα γηρατειά, ως
ασφαλιστικός κίνδυνος (Κρεμαλή, βλ. πρ., 267),
αλλά δεν αμφισβητείται ότι η άσκηση του
σχετικού δικαιώματος ανήκει στη σφαίρα
βούλησης του ατόμου, τουλάχιστο όπως
εννοείται ο θεσμός της κοινωνικής
ασφάλισης σε μια χώρα οργανωμένη σε
κοινωνικό κράτος δικαίου.
Εφόσον
η ελεύθερη έκφραση της βούλησης στην αίτηση
για συνταξιοδότηση γήρατος ανήκει στα
βασικά χαρακτηριστικά του θεσμού της
κοινωνικής ασφάλισης και καθώς το άρθρο 22§5
Συντ. κατοχυρώνει θεσμική εγγύηση της
κοινωνικής ασφάλισης και επιταγή στο
νομοθέτη να εξειδικεύει το θεσμό χωρίς
αυθαιρεσίες, η επιβαλλόμενη (έστω και
έμμεσα) εσπευσμένη συνταξιοδότηση από το
ΤΣΜΕΔΕ των μηχανικών που συνταξιοδοτούνται
από το Δημόσιο (κατά το άρθρο 19 παρ. 6α Ν. 2150/93)
δεν φαίνεται να συμβιβάζεται με την
παραπάνω συνταγματική διάταξη. Ακόμα όμως
και αν θεωρούνταν η τελευταία διάταξη ως
δυνατή εξειδίκευση του κοινωνικού
δικαιώματος για κοινωνική ασφάλιση (από το
άρθρο 22§5 Συντ.), δύσκολα θα αποτελούσε
εκδήλωση της αρχής του κοινωνικού κράτους
δικαίου και της αρχής της αναλογικότητας
που πρέπει να σέβεται ο νομοθέτης κατά το
άρθρο 25§1 Συντ. Η εξώθηση, δηλαδή, των
μηχανικών του Δημοσίου -ως φορέων ατομικών
και κοινωνικών δικαιωμάτων- να διακόπτουν
το επάγγελμά τους και κάθε συναφή
δραστηριότητα στην παραγωγικότερη περίοδο
της ηλικίας τους, με αστάθμητη επιβάρυνση
της σχέσης ασφαλισμένων-συνταξιούχων του
ΤΣΜΕΔΕ δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως
οικονομικά ή κοινωνικά επιβεβλημένη.
2.-
Στο πλαίσιο μιας ενιαίας κατηγορίας με
κοινά βασικά χαρακτηριστικά (κοινότητας
των ασφαλισμένων του ΤΣΜΕΔΕ), η "αναγκαστικά
πρόωρη" συνταξιοδότηση γήρατος εκείνων
από τους μηχανικούς που τυχαίνει να
συνταξιοδοτούνται από το Δημόσιο ή άλλο
φορέα κύριας ασφάλισης, κατά το άρθρο 19 παρ.
6α Ν. 2150/93, συνιστά παράβαση της συνταγματικά
κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας του
νομοθέτη έναντι των ασφαλισμένων μηχανικών
(πρβλ. άρθρ. 4§1 Συντ.). Η δυσμενής αυτή
μεταχείριση των μηχανικών του Δημοσίου, οι
οποίοι υπόκεινται σε υποχρεωτική σύντμηση
της επαγγελματικής τους καριέρας, δεν
δικαιολογείται από κάποιο αντικειμενικό
κριτήριο ή από κάποια γενικότερη
σκοπιμότητα. Αντίθετα, το νομολογιακά
καθιερωμένο κριτήριο της προάσπισης του
γενικότερου (δημοσίου και κοινωνικού)
συμφέροντος επιβάλλει μετά τη
συνταξιοδότησή τους από το Δημόσιο να
αφοσιώνονται στις σχετικές με τη μόρφωση
και την εμπειρία τους δραστηριότητες, μέχρι
να συνταξιοδοτηθούν από τον ιδιαίτερο
ασφαλιστικό τους φορέα (ΤΣΜΕΔΕ), και όχι να
εξωθούνται σε ετεροαπασχόληση χωρίς
βελτίωση της ασφαλιστικής τους προσδοκίας.
Σε ποια έκταση προσβάλλεται στην περίπτωσή
μας η αόριστη αξιολογική έννοια του "γενικότερου
δημόσιου και κοινωνικού συμφέροντος"
μπορεί να ελεγχθεί και δικαστικά (Βενιζέλος,
Το γενικό συμφέρον και οι περιορισμοί των
συνταγματικών δικαιωμάτων, 1990). Πάντως, η
νομολογία των δικαστηρίων μας κυμαίνεται
ως προς τη σημασία της ενιαίας κατηγορίας,
που δικαιολογεί την εφαρμογή του άρθρου 4§1
Συντ. Έχει λ.χ. κριθεί ότι ανόμοιες
περιπτώσεις μπορεί να δημιουργηθούν και
μεταξύ προσώπων της αυτής κατηγορίας (AΠ
1909/1990, Τμ. B΄, EΔKA 1992, 57).
3.-
Η κρινόμενη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 6α Ν.
2150/93 θεωρείται αντίθετη προς τη
συνταγματικά κατοχυρωμένη, από το άρθρο 5§1
Συντ., ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας
στην οικονομική (επαγγελματική) ζωή, σε
συνδυασμό και με το άρθρο 57 ΑΚ (βλ. Δαγτόγλου,
Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα, τ.
Β, 1991, 1149, και Γεωργιάδη-Σταθόπουλου,
Ερμηνεία Αστικού Κώδικα, 1978, 98). Υπάρχει
μάλιστα και σχετικά πρόσφατη νομολογία για
τους τεχνικούς-εργολήπτες δημόσιων έργων,
δηλαδή για επάγγελμα συναφές με τους
μηχανικούς του Δημοσίου (ΣΕ 5125/96, Δ' Τμ., ΤοΣ
1996, 1028). Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή μια
αντίστοιχη νομοθετική παρέμβαση, για
αναγκαστική διακοπή ανεξάρτητης
βιοποριστικής δραστηριότητας,
χαρακτηρίστηκε ως αντίθετη προς την
ελευθερία επιλογής και άσκησης
επαγγέλματος, η οποία συνιστά αναγκαίο
στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου (άρθρ.
5§1 Συντ.). Έγινε επιπλέον δεκτό ότι
νομοθετικοί περιορισμοί στην
προσωπικότητα του ατόμου, με την παραπάνω
έννοια, θεωρούνται συνταγματικώς
επιτρεπτοί, μόνο εφόσον ορίζονται γενικά
και κατά τρόπο αντικειμενικό και μόνο
εφόσον δικαιολογούνται από λόγους
γενικότερου δημοσίου ή κοινωνικού
συμφέροντος. Το Συμβούλιο της Επικρατείας,
δηλαδή, προχώρησε σε κρίσεις που δίνουν
λύση και στο ζήτημα που μας απασχολεί.
Ειδικότερα, διατυπώθηκε η σκέψη ότι "Εν
τη εννοία των αντικειμενικών κριτηρίων
περιλαμβάνονται ιδιότητες ή καταστάσεις
τελούσαι εν αμέσω εσωτερική συναφεία προς
το αντικείμενον και τον χαρακτήρα του
επαγγέλματος, ουχί δε στοιχεία άσχετα προς
αυτό συμπτωματικώς λαμβανόμενα υπ' όψιν".
Στην περίπτωσή μας η νομοθετική επέμβαση,
που περιορίζει την επαγγελματική ελευθερία
των μηχανικών του Δημοσίου, δεν
δικαιολογείται από τα χαρακτηριστικά του
επαγγέλματος αυτού. Βασίζεται στο άσχετο
και συμπτωματικό χρονικό στοιχείο της
ταυτόχρονης ή τουλάχιστο μέσα σε ένα
εξάμηνο συμπλήρωσης των συνταξιοδοτικών
προϋποθέσεων στο Δημόσιο και στο ΤΣΜΕΔΕ. Με
παραπομπή και σε άλλες αποφάσεις του ίδιου
δικαστηρίου έγινε επίσης δεκτό ότι το να
οδηγούνται οι ασφαλισμένοι στην αδυναμία
άσκησης ορισμένου ελευθέριου επαγγέλματος
είναι συνταγματικά δικαιολογημένο, μόνο αν
η απαγόρευση στηρίζεται σε κριτήρια που
κατά την κοινή αντίληψη συνδέονται με τις
ειδικές γνώσεις της επιστήμης ή τέχνης τους.
Στην περίπτωσή μας, αντίθετα, η εξυπηρέτηση
ενός επαγγελματικού συμφέροντος των
νεοεισερχομένων στον κλάδο, δεν μπορεί να
επιβάλλεται σε βάρος άλλων επαγγελματιών
που για πολλά χρόνια με αυξημένες
προσωπικές ικανότητες έχουν αναπτύξει
επιχειρηματική δραστηριότητα στο
συγκεκριμένο παραγωγικό τομέα (βλ. την ίδια ad
hoc
κρίση στην απόφαση ΣΕ 5125/96, Δ' Τμ., ΤοΣ 1996, 1031).
.
γ.
Συμπέρασμα - Προτεινόμενες ενέργειες
- Ο έμμεσος νομοθετικός εξαναγκασμός των μηχανικών του Δημοσίου, να επισπεύδουν τη συνταξιοδότησή τους από το ΤΣΜΕΔΕ, αντιβαίνει σε μια σειρά συνταγματικών κανόνων και ειδικότερα στη θεσμική εγγύηση της κοινωνικής ασφάλισης (άρθρο 22§5 Συντ. και άρθρο 25§1 Συντ.), στην αρχή της ισότητας μεταξύ των ασφαλισμένων του (άρθρο 4§1 Συντ.) και στην προστασία της ελεύθερης ανάπτυξης της οικονομικής-επαγγελματικής προσωπικότητας των μηχανικών (άρθρο 5§1 Συντ. και άρθρο 57 ΑΚ).
- Προς άρση της νομικής αβεβαιότητας κάποιος θιγόμενος ασφαλισμένος του ΤΣΜΕΔΕ, μετά τη συνταξιοδότησή του από το Δημόσιο και την παρέλευση του κρίσιμου εξαμήνου, μπορεί να υποβάλει αίτηση συνταξιοδότησης από το ΤΣΜΕΔΕ χωρίς να περιμένει τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του. Κατά της ενδεχόμενης απορριπτικής απόφασης θα μπορεί να ασκήσει τα προβλεπόμενα ένδικα βοηθήματα προς επίλυση της διαφοράς από τα διοικητικά δικαστήρια. Παράλληλα, η ΕΜΔΥΔΑΣ μπορεί να επιδιώκει -ενόψει του κοινωνικού διαλόγου για τον εκσυγχρονισμό του ασφαλιστικού μας συστήματος- τη νομοθετική παρέμβαση προς άρση της αντισυνταγματικής διάταξης.
Αθήνα,
29.10.2001
Ο
γνωμοδοτών
Καθηγητής Κωνσταντίνος Κρεμαλής