Ερμηνευτικά ζητήματα σχετικά με το άρθρο 8§2α ν. 2430/1996 (που αφορά τον πόρο 7‰ των μηχανικών δημοσίων υπαλλήλων)
Πάνος
Λαζαράτος
Αν.
Καθηγητής Παν/μιου Αθηνών
Ι. Νομικά δεδομένα
Ετέθησαν υπόψη μου οι ακόλουθες νομοθετικές ρυθμίσεις:
α. Το άρθρο 8§2α ν. 2430/1996 επί τη βάσει του οποίου καταβάλλεται στους μόνιμους και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλους, μηχανικούς διπλωματούχους ΑΕΙ του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ, της Νομαρχιακής, αυτοδιοικήσεως και των ΟΤΑ Α’ βαθμίδος (στη συνέχεια μηχανικοί του Δημοσίου) ειδικό επίδομα από το σύνολο των πιστώσεων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας που διατίθεται κάθε χρόνο για την εκπόνηση μελετών και την κατασκευή έργων στους ανωτέρω φορείς[1].
Σύμφωνα με την υποπαρ. 2 της ως άνω διατάξεως το ειδικό αυτό επίδομα ορίζεται σε ποσοστό 7‰στο όριο πληρωμών των ανωτέρω πιστώσεων του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων και το προϊόν του ποσοστού αυτού που εγγράφεται σε ειδική συλλογική απόφαση σε ενιαίο ειδικό κωδικό αριθμό, κατατίθεται[2] κάθε δίμηνο, με αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων σε ειδικό έντοκο λογαριασμό[3] που ανοίγεται σε οποιαδήποτε τράπεζα. Σύμφωνα με την υποπαρ.3 της ίδιας διατάξεως το ύψος του μηνιαίου ειδικού επιδόματος, το οποίο καταβάλλεται ισόποσα ανά δίμηνο στους ανωτέρω υπαλλήλους, καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Οικονομικών.
β.
Την υπ’ αριθμ. 2055818/8620/022/26-8-1996 απόφαση των
Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ με την
οποία καθορίζεται το ύψος του μηνιαίου
ειδικού επιδόματος από την εφαρμογή του
τύπου ΜΕ=
:12 όπου ΜΕ= Μηνιαίο
Επίδομα, ΣΠ= Συνολικό ποσό που εγγράφεται
στην Ειδική Συλλογική Απόφαση, ΣΔ=
Συνολικός αριθμός δικαιούχων υπαλλήλων[4],
12= Οι μήνες που αντιστοιχούν στην χρονική
διάρκεια ισχύος της Ειδικής Συλλογικής
Αποφάσεως.
γ. Η υπ’ αριθμ. 2/49995/0022/25-9-2002 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών-Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων που καθορίζει ότι το ύψος του μηνιαίου ειδικού επιδόματος προκύπτει από το ποσό των 38.151.137 ευρώ και έχει εγγραφεί στο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων.
ΙΙ. Διερεύνηση ερμηνευτικών ζητημάτων
Επί τη βάσει αυτών των νομικών δεδομένων μου ετέθησαν τα ακόλουθα ερωτήματα.
1)
Επί τη βάσει ποιας εξουσιοδοτήσεως έχουν
εκδοθεί οι αποφάσεις των Υπουργών
Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ του 1996 (στη συνέχεια
απόφαση του 1996) και Οικονομίας και
Οικονομικών-Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και
Δημοσίων Έργων του 2002 (στη συνέχεια απόφαση
του 2002) και κατά πόσον οι αποφάσεις αυτές
είναι νόμιμες.
Η απόφαση του 1996 έχει εκδοθεί επί τη βάσει της εξουσιοδοτικής διατάξεως της υποπαραγράφου 3 του άρθρου 8§2α ν. 2430/1996[5] διότι καθορίζει αφηρημένα τον τρόπο υπολογισμού του μηνιαίου ειδικού επιδόματος, δίχως να προβαίνει στην ανά δίμηνο συγκεκριμενοποιημένη εφαρμογή του μαθηματικού τύπου για τους εκάστοτε δικαιούχους.
Η απόφαση αυτή βρίσκεται εντός του πλαισίου της εξουσιοδοτικής διατάξεως της υποπαραγράφου 3 του άρθρου 8§2α ν. 2430/1996 και είναι καθ’ όλα νόμιμη. Εξασφαλίζει τον μονοσήμαντο καθορισμό[6] του μηνιαίου επιδόματος κατ’ εφαρμογή του εμπεριεχόμενου σ’ αυτήν μαθηματικού τύπου, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι είναι σαφείς και συγκεκριμένες όλες οι τιμές που υπάγονται στις παραμέτρους του τύπου, ήτοι κατά βάσει το (ΣΠ) και ο συνολικός αριθμός των δικαιούχων (ΔΣ).
Η συγκεκριμενοποίηση των στοιχείων ΣΠ και ΣΔ θα πρέπει να γίνεται επί τη βάσει των αποφάσεων της υποπαραγράφου 2 και όχι επί τη βάσει της αποφάσεως της υποπαραγράφου 3 που αρκείται στον καθορισμό του κανόνα (τύπου) υπολογισμού. Είναι βεβαία αυτονόητο ότι η απόφαση του 1996 δεν μπορεί ποτέ να εφαρμοστεί αν τα ΣΠ και ΣΔ δεν είναι κάθε φορά συγκεκριμένα, σαφή και απολύτως μονοσήμαντα.
Η ορθή εφαρμογή συνεπώς της αποφάσεως του 1996 που εξεδόθη κατ’ εξουσιοδότηση της υποπαραγράφου 3 του άρθρου 8§2α ν. 2430/1996 εξαρτάται από την ορθή συγκεκριμενοποίηση των νομοθετικών απαιτήσεων που τίθενται στην υποπαράγραφο 2 από τον κανονιστικό νομοθέτη.
Η διαδικασία καταβολής του επιδόματος προσδιορίζεται επίσης νομίμως κατ’ εξουσιοδότηση της υποπαραγράφου 3 στην παράγραφο 6 της αποφάσεως του 1996[7] και δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την διαδικασία συγκεκριμένου προσδιορισμού του επιδόματος που καθορίζεται στην υποπαράγραφο 2[8].
Επί τη βάσει των σκέψεων αυτών το σχήμα που προκύπτει από τον νόμο έχει τρία επίπεδα, προσδιοριζόμενα ως ακολούθως:
i. Αφηρημένος προσδιορισμός μεθόδου υπολογισμού του επιδόματος: υποπαράγραφος 3 του άρθρου 8§2α ν. 2430/1996 - απόφαση του 1996
ii. Συγκεκριμένος υπολογισμός του επιδόματος επί τη βάσει καθορισμού των ΣΠ και ΣΔ υποπαράγραφος 2 άρθρου 8§2α ν. 2430/1996 εξουσιοδότηση για αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων.
iii. Προσδιορισμός του τρόπου καταβολής του επιδόματος - υποπαράγραφος 3 άρθρου 8§2α ν. 2430/1996
Η απόφαση του 2002[9] φαίνεται να έχει εκδοθεί επί τη βάσει της εξουσιοδοτήσεως της υποπαραγράφου 2 του άρθρου 8§2α ν. 2430/1996, διότι δεν αφορά τον αφηρημένο αλλά τον συγκεκριμένο υπολογισμό του επιδόματος.
Προσεκτική εντούτοις αντιπαραβολή της αποφάσεως του 2002 με την ρύθμιση της υποπαραγράφου 2 οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η διοίκηση δεν εξέδωσε την κανονιστική πράξη στην οποία εξουσιοδοτείται από τον νόμο για τους ακόλουθους τουλάχιστον λόγους:
i.
Η απόφαση του 2002 διαπιστώνει εκ νέου
ποιό είναι το ΣΠ το οποίο ενεγράφη σε ειδική
συλλογική απόφαση του 2002 (την από 5.9.2002 ΣΑΕ 007
του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και
Οικονομικών), ενώ θα έπρεπε να προσδιορίζει
το προϊόν του ποσοστού που αναλογεί σε κάθε μηχανικό για το πρώτο δίμηνο,
προβαίνοντας σε εφαρμογή
του τύπου
:12. Κατά συνέπεια η απόφαση θα έπρεπε όχι
απλώς να προσδιορίζει το ΣΠ αλλά και τον
συνολικό αριθμό των δικαιούχων ΔΣ για το
πρώτο δίμηνο του 2002 και να προβεί σε
εφαρμογή του τύπου
:12.
ii. Ο νόμος εξουσιοδοτεί την κανονιστικώς δρώσα διοίκηση, σύμφωνα και με το παραπάνω σκεπτικό, στην έκδοση 6 αποφάσεων, που αντιστοιχούν στα 6 δίμηνα κάθε χρόνου. Η διατύπωση της διατάξεως αναφέρεται σε αποφάσεις και όχι σε απόφαση των Υπουργών επί τη βάσει των οποίων κατατίθεται κάθε δίμηνο τμήμα του ΣΠ σε ειδικό έντοκο τραπεζικό λογαριασμό.
Η ανά δίμηνα κατανομή είναι αναγκαία[10] διότι ο αριθμός των δικαιούχων ΔΣ μεταβάλλεται διαρκώς. Το ποιό τμήμα του ΣΠ θα πρέπει να κατατεθεί κάθε φορά στον ειδικό λογαριασμό εξαρτάται από την εκάστοτε τιμή του ΔΣ και το πηλίκο της διαιρέσεως ΣΠ/ΔΣ.
Άρα
επί τη βάσει του γράμματος (δίμηνο –
αποφάσεις) και του σκοπού της διατάξεως η
κανονιστική πράξη της υποπαραγράφου 2 θα
πρέπει όχι μόνο να διαπιστώνει ποιό είναι
το συγκεκριμένο και σταθερό για όλο το
χρόνο ΣΠ αλλά και να προσδιορίζει το
εκάστοτε ΣΔ προβαίνοντας στην σχετική
διαίρεση και κατανομή του ποσού ανά δίμηνο
κατ’ εφαρμογή του τύπου
:12.
Όμως
η απόφαση του 2002 δεν προσδιορίζει το
αναλογούν σε κάθε δίμηνο συγκεκριμένο
ποσοστό του προϊόντος κατ’ εφαρμογή του
τύπου
:12 αλλά μόνο την τιμή του ΣΠ για ολόκληρο το
χρόνο.
Βρίσκεται
λοιπόν εκτός της εξουσιοδοτήσεως του
άρθρου 8§2α ν. 2430/1996
2) Είναι αρκούντως ορισμένες οι εξουσιοδοτικές διατάξεις της υποπαραγράφου 2 και υποπαραγράφου 3 του άρθρου 8§2α ν. 2430/1996;
Άρα το όριο αυτό πληρωμών και μόνο θα έπρεπε να εγγράφεται σε μία και μόνο ειδική συλλογική απόφαση σε ενιαίο ειδικό κωδικό αριθμό. Η πρακτική της εκδόσεως μέσα σε ένα χρόνο περισσοτέρων ειδικών συλλογικών αποφάσεων που αποτυπώνουν μεταβολές του ορίου πληρωμών του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, και στον νόμο δεν ανταποκρίνεται και συμβάλει σε μια αβεβαιότητα και ασάφεια ως προς τον τρόπο εφαρμογής της διατάξεως. Και τούτο διότι αφενός μεν δεν καθίσταται σαφές σε ποιά ακριβώς όρια πληρωμών αναφέρονται οι εκάστοτε εκδιδόμενες ΣΑΕ[11], αφετέρου δε δεν είναι καταληπτό σε ποιά ΣΑΕ αποτυπώνεται το προϋπολογιζόμενο όριο πληρωμών ή εν πάση περιπτώσει το «όριο πληρωμών» στο οποίο αναφέρεται ο νόμος.
Από τη στιγμή λοιπόν που δεν είναι στην πράξη απολύτως σαφές ποιά ΣΑΕ αποτυπώνει το νομοθετικώς επιβαλλόμενο και καθοριζόμενο όριο πληρωμών δεν μπορεί και να είναι απολύτως σαφές το ακριβές ποσό που αντιστοιχεί στο 7‰ του νομοθετικώς προσδιορισμένου «ορίου πληρωμών», ούτε το ποσό που με τις αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Περιβάλλοντος «κατατίθεται» στον ειδικό τραπεζικό λογαριασμό, ούτε σε τελευταία ανάλυση το ποσό που δικαιούνται οι μηχανικοί του Δημοσίου.
Η αυτή εξουσιοδοτική διάταξη δεν είναι επίσης αρκούντως ορισμένη όσον αφορά το περιεχόμενο των αποφάσεων των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Περιβάλλοντος με τις οποίες «κατατίθεται κάθε δίμηνο το προϊόν του ποσοστού 7‰ στο όριο πληρωμών του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων».
Κι αυτό γιατί τούτες οι αποφάσεις δεν είναι μόνο αποφάσεις με τις οποίες διατάσσεται η κατάθεση συγκεκριμένου ποσού αλλά και αποφάσεις με τις οποίες συγκεκριμενοποιείται το πηλίκο ΣΠ/ΔΣ στην ανά δίμηνο αναλογία του επί τη βάσει του τύπου ΣΠ/ΔΣ:12 που εμπεριέχεται στην απόφαση του 1996.
Άρα δυο ενδεχομένως νομοθετικές παρεμβάσεις θα συγκεκριμενοποιούσαν περαιτέρω την διάταξη της υποπαραγράφου 2. Αντί για την έκφραση «στο όριο πληρωμών» θα μπορούσε να γράφεται και να εννοείται «στο προϋπολογιζόμενο όριο πληρωμών» και αντί για την έκφραση «κατατίθεται» θα μπορούσε να γράφεται και να εννοείται «συγκεκριμενοποιείται και κατατίθεται». Χρήσιμη θα ήταν μια ανάλογη «αυθεντική» ερμηνεία της διατάξεως από τον αρμόδιο Υπουργό στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής διαδικασίας.
Αντίθετα, εφόσον γίνει δεκτό ότι η υποπαράγραφος 3 αναφέρεται σε αντίθεση με την υποπαράγραφο 2 στον αφηρημένο προσδιορισμό της μεθόδου υπολογισμού του επιδόματος και όχι στον συγκεκριμένο υπολογισμό του, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι η υποπαράγραφος 3 είναι αρκούντως ορισμένη. Και ο τύπος ΣΠ/ΣΔ:12 αποδίδει πράγματι σε αφηρημένο επίπεδο το ύψος του μηνιαίου επιδόματος το οποίο καταβάλλεται ισόποσα στους μηχανικούς υπαλλήλους του Δημοσίου.
3) Το γεγονός ότι κατά τα έτη 1997, 1998, 1999, 2000 και 2001 δεν εξεδόθησαν οι υπουργικές αποφάσεις συγκεκριμένου προσδιορισμού του επιδόματος, ούτε γνωστοποιήθηκε ο τρόπος υπολογισμού των ποσών, τα οποία ενεγράφησαν σε ειδικές συλλογικές αποφάσεις είναι σύμφωνο με το άρθρο 8§2α ν. 2430/1996;
Επί
τη βάσει των αναπτύξεων που προηγήθηκαν η
απάντηση στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να
είναι η ακόλουθη:
Οι
υπουργικές αποφάσεις συγκεκριμένου
προσδιορισμού του επιδόματος και μάλιστα
στην ανά δίμηνο αναλογία του είναι οι
υπουργικές αποφάσεις της υποπαραγράφου 2 (και
όχι της υποπαρ.3) του άρθρου 8§2α ν. 2430/1996.
Η
έκδοση των αποφάσεων αυτών, που μάλιστα
σύμφωνα με τα ανωτέρω πρέπει να είναι 6 τον
χρόνο, δεδομένης της διαρκούς μεταβολής του
ΔΣ, είναι υποχρεωτική για την διοίκηση, όπως
υποχρεωτική είναι και η αναγραφή σε μία
ειδική συλλογική απόφαση του ποσού που
αναλογεί στο 7‰ στο νομοθετικώς
καθορισμένο (προϋπολογιζόμενο)
όριο πληρωμών[12].
Άρα η μη έκδοση υπουργικών αποφάσεων συγκεκριμένου προσδιορισμού του επιδόματος είναι αντίθετη στην υποπαράγραφο 2 του άρθρου 8§2α ν.2430/96.
Αντίθετη στην ανωτέρω διάταξη είναι και η έκδοση πολλών ΣΑΕ χωρίς προσδιορισμό του ποια ΣΑΕ εμπεριέχει το ΣΠ το οποίο αντιστοιχεί στο νομοθετικώς καθορισθέν προϋπολογιζόμενο όριο πληρωμών.
Ο νόμος δεν απαιτεί την έκδοση πολλών συλλογικών αποφάσεων[13] με τις οποίες προσδιορίζονται πολλές φορές μέσα στο χρόνο τα ΣΠ. Απαιτεί την έκδοση μιας τουλάχιστον ΣΑΕ στην οποία να γνωστοποιείται ότι εγγράφεται το νομοθετικώς προσδιορισθέν ποσό του επιδόματος. Σε αυτή την ΣΑΕ θα πρέπει δηλαδή να αναγράφεται τουλάχιστον το (προϋπολογισθέν) όριο πληρωμών του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων και το ΣΠ το οποίο θα πρέπει να αντιστοιχεί στο 7‰ του ορίου πληρωμών. Κατά συνέπεια η αναγραφή πολλών διαφορετικών ΣΠ σε πολλές διαφορετικές ΣΑΕ χωρίς αναφορά του (προϋπολογιζόμενου) ορίου πληρωμών είναι για μία σειρά από λόγους αντίθετη στο νόμο. Οι λόγοι τούτοι θα μπορούσαν να συγκεκριμενοποιηθούν ως κατωτέρω:
i. Η πρακτική αυτή είναι παράνομη διότι το όριο πληρωμών πρέπει να είναι ένα και συγκεκριμένο η δε ΣΑΕ που εγγράφει το ΣΠ (ως 7‰ τούτου του ορίου πληρωμών) επίσης μία και συγκεκριμένη, όσον αφορά το σύνολο των πιστώσεων των προγραμμάτων δημοσίων επενδύσεων.
ii.
Τούτη η ΣΑΕ πρέπει να αναγράφει το
όριο πληρωμών (ΟΠ) και το ΣΠ, το δε ΣΠ θα
πρέπει να είναι ίσο με το
7‰ του ΟΠ. Στην ΣΑΕ καλό θα είναι να
αναγράφεται και ο τρόπος
υπολογισμού[14]
του ορίου πληρωμών, διότι διαφορετικά ο
υπολογισμός του επιδόματος είναι μη
ελέγξιμος. Η αναφορά του τρόπου υπολογισμού
του ορίου πληρωμών, έστω και συνοπτικά,
είναι ιδιαιτέρως σημαντική, δεδομένου ότι
είναι κάθε φορά αναγκαίο να αποσαφηνίζεται
αν κάποια έργα ή μελέτες φορέων του
Δημοσίου υπάγονται στη νομική έννοια του
δημοσίου έργου του άρθρου 8 § 2(α) ν. 2430/96,
καθώς και ποιό τμήμα από
(σύνθετες) πιστώσεις του προγράμματος
δημοσίων επενδύσεων που αφορούν όχι μόνο
μελέτες ή δημόσια έργα αλλά και άλλης
μορφής επενδύσεις μπορούν να υπαχθούν στην
κρίσιμη ρύθμιση του άρθρου 8 § 2(α) ν. 2430/96. Μη
υπολογισμός κάποιων δημόσιων έργων ή
μελετών ή τμημάτων κάποιων σύνθετων
πιστώσεων κατά τον προσδιορισμό του ορίου
πληρωμών στην ΣΑΕ ή στις αποφάσεις των
Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και
ΠΕΧΩΔΕ οδηγεί σε πραγματική
καταβολή επιδόματος μικρότερου του νομοθετικώς
απαιτουμένου.
iii. Αναγραφή πολλών ορίων πληρωμών σε πολλές ΣΑΕ δίχως αναφορά στον τρόπο υπολογισμού τους και φυσικά δίχως αναφορά στον τρόπο υπολογισμού του ΣΠ δημιουργεί πλήρη σύγχυση, διότι δίδει την εντύπωση ότι τα όρια πληρωμών μπορεί να μεταβάλλονται κατά την διάρκεια του έτους με συνέπεια να μεταβάλλονται και τα ΣΠ καθώς και τα δικαιώματα των μηχανικών του Δημοσίου πράγμα το οποίο δεν μπορεί να επιδιώχθηκε από τον νομοθέτη.
Ένας νόμος τόσο ασαφής που οδηγεί σε συνεχή μεταβολή του περιεχομένου χρηματικών απαιτήσεων ιδιωτών έναντι του Δημοσίου θα ήταν αντισυνταγματικός ως αντιτιθέμενος στην αρχή της ασφάλειας του δικαίου, όπως αυτή θεμελιώνεται στην αρχή του κράτους δικαίου[15].
Ενδεχομένως de lege ferenda ασφαλέστερος θα ήταν ο νομοθετικός καθορισμός συγκεκριμένου ποσού το οποίο θα αντιστοιχούσε στα ετήσια δικαιώματα των μηχανικών του Δημοσίου προς καταβολή του ειδικού επιδόματος σε συνδυασμό με σαφή νομοθετικώς καθορισμένο τρόπο αναπροσαρμογής του.
4) Αν
η διοίκηση εξακολουθεί να μην εκδίδει τις
αποφάσεις της υποπαραγράφου 2 του άρθρου 8§2α
ν. 2430/1996 ή εάν τα ειδικά επιδόματα που
έχουν δοθεί ή που θα δίνονται στο μέλλον
υπολείπονται των επιδομάτων που κατ’ ορθή
ερμηνεία του άρθρου 8§2α ν.2430/1996 δικαιούνται
οι μηχανικοί του Δημοσίου, με τι ένδικα
βοηθήματα μπορούν να προστατευθούν οι
τελευταίοι;
Όσον αφορά τις δέσμιες αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, εφόσον οι τελευταίες δεν εκδίδονται οι μηχανικοί μπορούν με αίτηση προς την διοίκηση να ζητήσουν την έκδοσή τους και μάλιστα με το συγκεκριμένο περιεχόμενο (συγκεκριμένου προσδιορισμού του ανά δίμηνο αναλογούντος επιδόματος) όπως αυτό προσδιορίστηκε ανωτέρω. Αν η διοίκηση απαντήσει αρνητικά σ’ αυτή την αίτηση η ρητή άρνησή της μπορεί να προσβληθεί με αίτηση ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας . Αν η διοίκηση σιωπήσει στο αίτημα των μηχανικών του Δημοσίου, τότε μετά πάροδο τριμήνου από της αιτήσεως συντελείται παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας[16], η οποία επίσης προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως. Και οι δύο αιτήσεις ακυρώσεως θα πρέπει να ασκηθούν μέσα σε 60 ημέρες από την έκδοση της παράνομης αρνήσεως ή από την άπρακτη πάροδο τριμήνου. Με αίτηση ακυρώσεως μπορεί να προσβληθεί και οποιαδήποτε απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ η οποία δεν προβαίνει σε συγκεκριμένο μονοσήμαντο καθορισμό του νομοθετικώς καθοριζόμενου ορίου πληρωμών και του ΣΠ ανά δίμηνο ή οποιαδήποτε απόφαση προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό του ποσού του επιδόματος διάφορου του νομοθετικώς επιβαλλόμενου.
Την
διαφορά ανάμεσα στο νομοθετικώς
απαιτούμενο και στο πράγματι
καταβληθέν επίδομα, όπως έχει αναλυθεί
ανωτέρω, μπορούν να ζητήσουν οι μηχανικοί
του Δημοσίου ασκώντας το ένδικο βοήθημα της
αγωγής ενώπιον των αρμοδίων τακτικών
διοικητικών δικαστηρίων, δεδομένου ότι η
συγκεκριμένη διαφορά θα πρέπει να θεωρηθεί χρηματική.
Την αγωγή αυτή μπορεί να ασκήσει αυτοτελώς και η Ένωση Μηχανικών Δημοσίων Υπαλλήλων Διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών (Ε.Μ.Δ.Υ.Δ.Α.Σ.) δεδομένου ότι ικανότητα διαδίκου έχουν σύμφωνα με το άρθρο 23 ΚΔΔικ εκτός από τα φυσικά και νομικά πρόσωπα και οι ενώσεις προσώπων. Το έννομο συμφέρον της Ε.Μ.Δ.Υ.Δ.Α.Σ. προκύπτει τόσο από το καταστατικό της (που μεταξύ άλλων είναι ιδίως η προάσπιση των συμφερόντων των μελών της), όσο και από το ίδιο το άρθρο 8 § 2(α) ν.2430/1996.
Οι αξιώσεις όμως αυτές παραγράφονται σύμφωνα με το άρθρο 90§3ν. 2362/1995 μετά διετία από της γενέσεως τους. Η παραγραφή θα αρχίζει σύμφωνα με το άρθρο 91ν. 2362/1995 από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αξιώσεως καταβολής του ειδικού επιδόματος.
III. Βασικά συμπεράσματα
Τα βασικά συμπεράσματα στα οποία οδήγησε η διαπραγμάτευση των κύριων νομικών ζητημάτων που συνδέονται με την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 8§2α ν.2430/96 έχουν ως ακολούθως:
1) Η υποπαράγραφος 3 του άρθρου 8§2α ν.2430/96 εξουσιοδοτεί την κανονιστικώς δρώσα διοίκηση σε αφηρημένο (και όχι συγκεκριμένο) προσδιορισμό της μεθόδου υπολογισμού του ειδικού επιδόματος των μηχανικών υπαλλήλων του Δημοσίου.
Η βάσει αυτής της εξουσιοδοτήσεως εκδοθείσα απόφαση υπ’ αριθμ. 2055818/8620/022/1996 των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ βρίσκεται εντός των ορίων της ανωτέρω εξουσιοδοτήσεως και είναι απολύτως νόμιμη.
2)
Η υποπαράγραφος 2 του άρθρου 8§2α ν.2430/96
εξουσιοδοτεί την κανονιστικώς δρώσα
διοίκηση σε συγκεκριμένο υπολογισμό και
αναγωγή του ειδικού επιδόματος ανά δίμηνο
επί τη βάσει του τύπου
:12.
Η απόφαση υπ’ αριθμ. 2/49995/0022/2002 των
Υπουργών Οικονομίας- Περιβάλλοντος
Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων δεν
προσδιορίζει το αναλογούν σε κάθε δίμηνο
συγκεκριμένο ποσοστό του προϊόντος κατ’
εφαρμογή του τύπου
:12, αλλά μόνο την τιμή του ΣΠ για ολόκληρο
τον χρόνο. Βρίσκεται λοιπόν εκτός της
εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 8§2α ν.2430/96.
3) Η υποπάραγραφος 2 του άρθρου 8§2α ν.2430/96 εξουσιοδοτεί την κανονιστικώς δρώσα διοίκηση στην έκδοση 6 αποφάσεων που αντιστοιχούν στα 6 δίμηνα του χρόνου. Απαιτεί επίσης την έκδοση μίας ΣΑΕ στην οποία να γνωστοποιεί ότι εγγράφεται το νομοθετικώς προσδιορισθέν ποσό του ειδικού επιδόματος. Σ’ αυτή τη ΣΑΕ θα πρέπει να αναγράφεται τουλάχιστον το (προϋπολογισθέν) όριο πληρωμών του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων και το ΣΠ, το οποίο θα πρέπει να αντιστοιχεί στο 7‰ του ορίου πληρωμών.
4) Η πρακτική της αναγραφής πολλών ορίων πληρωμών σε πολλές ΣΑΕ, δίχως αναφορά στον τρόπο υπολογισμού του ορίου πληρωμών είναι παράνομη και αντισυνταγματική, διότι κανόνας δικαίου τόσο ασαφής που να οδηγεί σε συνεχή μεταβολή του περιεχομένου χρηματικών απαιτήσεων ιδιωτών έναντι του Δημοσίου αντιτίθεται στην αρχή της ασφάλειας του δικαίου, όπως αυτή θεμελιώνεται στην αρχή του κράτους δικαίου.
5) Δυο νομοθετικές παρεμβάσεις θα συγκεκριμενοποιούσαν περαιτέρω την διάταξη της υποπαραγράφου 2 του άρθρου 8§2α ν.2430/96. Αντί της εκφράσεως «στο όριο πληρωμών» θα μπορούσε να γράφεται στο «προϋπολογιζόμενο όριο πληρωμών» και αντί της εκφράσεως «κατατίθεται» θα μπορούσε να γράφεται «συγκεκριμενοποιείται και κατατίθεται».
6) Την διαφορά ανάμεσα στο νομοθετικώς απαιτούμενο και στο πράγματι καταβληθέν επίδομα του άρθρου 8§2α ν.2430/96 μπορούν να ζητήσουν οι μηχανικοί του Δημοσίου ασκώντας το ένδικο βοήθημα της αγωγής μέσα στα χρονικά όρια παραγραφής που θέτει το άρθρο 90§3ν. 2362/95 (ΚΔ Λογιστικού).
Αθήνα, 23 Οκτωβρίου 2002
[1] Στην ίδια διάταξη ορίζονται και οι σκοποί καταβολής του ειδικού επιδόματος, πράγμα σχετικά σπάνιο για νομοθετική ρύθμιση αλλά εξαιρετικά χρήσιμο για την τελολογική ερμηνεία της διατάξεως. Οι σκοποί αυτοί έχουν ως ακολούθως: (α) παροχή κινήτρων για την προσέλευση ικανών επιστημόνων στη δημόσια διοίκηση και εξάντληση της θητείας τους- (β) κατοχή και αποκλειστική χρήση στην υπηρεσία της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος- (γ) αυξημένες ευθύνες στην εκπόνηση μελετών, στην ανάθεση και κατασκευή δημοσίων έργων- (δ) υλοποίηση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων.
[2] Για το ότι το ρήμα «κατατίθεται» δεν είναι απολύτως ακριβές βλ. κατωτέρω υπό ΙΙ
[3] Η διαχείριση του ειδικού αυτού λογαριασμού γίνεται από τη Διεύθυνση Οικονομικού με το αρμόδιο τμήμα Οικονομικής Διοικήσεως της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ. Η Διεύθυνση Οικονομικού οφείλει σύμφωνα με τον νόμο να συνεργάζεται και να συντονίζει το έργο της με τη Διοίκηση της ΕΜΔΥΔΑΣ με απώτερο σκοπό την ομαλή και απρόσκοπτη καταβολή του επιδόματος στους ανωτέρω υπαλλήλους.
Η συνεργασία συνεπώς τούτη δεν μπορεί να θίγει σε τίποτα το ύψος του επιδόματος, μπορεί όμως να καταλαμβάνει την διαδικασία και τον τρόπο καταβολής του ή ακόμα και το περιεχόμενο των κανονιστικών πράξεων της διοικήσεως, στην έκταση που ο νόμος αφήνει σχετικά περιθώρια.
[4] Η απόφαση του 1996 ορίζει ότι ο αριθμός των δικαιούχων θα βεβαιωθεί στην πρώτη εφαρμογή με πίνακα που θα καταθέσει η διοίκηση της ΕΜΔΥΔΑΣ στην Δ/νση Οικονομικού. Τούτο δεν σημαίνει και δεν μπορεί βέβαια να σημαίνει ότι ο αριθμός των δικαιούχων είναι σταθερός. Η ρύθμιση της κανονιστικής πράξεως αφορά αποκλειστικά και μόνο την πρώτη εφαρμογή της διατάξεως.
Η συντομογραφία ΔΣ χρησιμοποιείται ταυτόσημα με την συντομογραφία ΣΔ.
[5] Τούτο εμφαίνεται όχι μόνο από τους Υπουργούς που εξέδωσαν την πράξη αλλά και από την διατύπωση που ακολουθεί το γράμμα της υποπαραγράφου 3: «Καθορίζουμε το ύψος του μηνιαίου ειδικού επιδόματος… στο ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή του μαθηματικού τύπου.»
[6] Μη μονοσήμαντος καθορισμός χρηματικής αξιώσεως έναντι του Δημοσίου θα σήμαινε αυτομάτως αντισυνταγματικότητα της σχετικής διατάξεως λόγω αντιθέσεως στην αρχή της ασφάλειας του δικαίου Βλ. την γνωμοδότηση κατωτέρω.
[7] Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή η πληρωμή του ειδικού επιδόματος ενεργείται κάθε δίμηνο με εντολή του Προϊσταμένου της Δ/νσεως Οικονομικού προς την Τράπεζα.
[8] Χωρίς αυτό τον προσδιορισμό δεν είναι δυνατή η ανά δίμηνο καταβολή. Όπως αναλύεται κατωτέρω η έκφραση «κατατίθεται κάθε δίμηνο» της υποπαραγράφου 2, έχει την έννοια του «προσδιορίζεται» (ή «συγκεκριμενοποιείται») και «κατατίθεται».
[9] Οι αναπτύξεις που ακολουθούν δεν διαφοροποιούνται αν κανείς θεωρήσει την απόφαση του 2002 γενική διοικητική και όχι κανονιστική πράξη. Για την έννοια της γενικής διοικητικής πράξεως βλ. αντί πολλών Δαγτόγλου, Γενικό διοικητικό δίκαιο, Αρ.161 επ.
[10] Ο νομοθέτης αφήνει απλώς περιθώριο στην διοίκηση για το εάν ο προσδιορισμός θα γίνεται στην αρχή ή στο τέλος του διμήνου
[11] Ενδιαφέρον για την ερμηνεία της διατάξεως εμφανίζουν οι ΣΑΕ που αποτυπώνουν το συνολικό όριο πληρωμών και όχι αυτές που αφορούν το όριο πληρωμών συγκεκριμένων ΝΠΔΔ ή Υπουργείων. Και αυτές όμως οι επιμέρους ΣΑΕ δεν είναι αρκούντως συγκεκριμένες όταν το συνολικό όριο πληρωμών καθώς και τα επιμέρους μεταβάλλονται μέσα στη διάρκεια του χρόνου.
[12] Η υποχρεωτικότητα δηλώνεται από γραμματικής απόψεως με τη χρήση του ενεστώτος χρόνου στην υποπαράγραφο 2
[13] Ούτε βέβαια την έκδοση συλλογικών αποφάσεων με τις οποίες αποτυπώνονται τα όρια πληρωμών συγκεκριμένων Υπουργείων ή ΝΠΔΔ
[14] Πρβλ. την διατύπωση του ερωτήματος. Ο τρόπος υπολογισμού προκύπτει βέβαια από τον ίδιο τον νόμο και συγκεκριμένα από τον συνδυασμό των υποπαρ. 2 και 3.
[15] Προβλ. Δαγτόγλου, Γενικό διοικητικό δίκαιο, Αρ. 281επ.
[16] Πρβλ. άρθρο 45§4 εδ. α’ πδ. 18/89