ΕΠΕΙΓΟΝ                                        Αθήνα,    9 - 6 - 2003

 

Αρ. Πρωτ. : 1539                             Προς : Την Επιτροπή με αντικείμενο την εξέταση των περιορισμών στην άσκηση του επαγγέλματος των Διπλωματούχων Μηχανικών δημοσίων υπαλλήλων μετά τη συνταξιοδότησή τους, που συγκροτήθηκε με την Απόφαση ΔΙΔΑΔ/Φ.66/90/οικ.8301/21-5-2003 του Υφυπουργού Υπ.ΕΣ.Δ.Δ.Α.

 

Θέμα :  Κατάργηση των απαγορευτικών διατάξεων άσκησης του επαγγέλματος των Διπλωματούχων Μηχανικών δημοσίων υπαλλήλων μετά τη συνταξιοδότησή τους

 

ΥΠΟΜΝΗΜΑ

 

Με τη διάταξη του άρθρου 4, παρ. 15, περίπτωση 13 του Ν. 2229/1994 προβλέπονται τα εξής:

«Τεχνικοί υπάλληλοι ή υπάλληλοι με άλλες ειδικότητες, που συνταξιοδοτούνται από το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός εκάστοτε προσδιορίζεται και στον οποίο περιλαμβάνονται και αυτοί των κοινωφελών οργανισμών, τραπεζών του δημόσιου τομέα, Δ.Ε.Η., Ο.Τ.Ε. και γενικά επιχειρήσεων που ελέγχονται από το Δημόσιο, δεν επιτρέπεται να στελεχώνουν επί μία διετία εργοληπτικές επιχειρήσεις και να έχουν οποιαδήποτε σχέση εργασίας ή μίσθωσης έργου με τις εργοληπτικές επιχειρήσεις Μ.Ε.ΕΠ. μέσα στο πρώτο έτος από τη συνταξιοδότησή τους. Επίσης, για μία διετία δεν εγγράφονται οι ανωτέρω συνταξιούχοι στο μητρώο μελετητών ούτε χορηγείται πτυχίο μελετητή και ισχύουν γενικά οι περιορισμοί του προηγούμενου εδαφίου. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή για τους συνταξιούχους που στελεχώνουν ή έχουν οποιαδήποτε σχέση με εργοληπτικές επιχειρήσεις μετά τρίμηνο χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού».

Η ρύθμιση αυτή επιβάλλει υπέρμετρη δέσμευση της οικονομικής ελευθερίας, κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος για τους συνταξιούχους τεχνικούς υπαλλήλους και επομένως και για τους συνταξιούχους Διπλωματούχους Μηχανικούς και συγχρόνως αποτελεί αδικαιολόγητο περιορισμό του δικαιώματος στην εργασία, κατά την έννοια του άρθρου 22 παρ. 1 του Συντάγματος. Η λύση της υπαλληλικής σχέσης, με τη συνταξιοδότηση, απομακρύνει τον πρώην υπάλληλο του Δημοσίου από την Υπηρεσία του και για το λόγο αυτό δεν νοείται η εφαρμογή των περιορισμών του άρθρου 31 του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν.2683/1999) που θεσπίζει περιορισμούς στην άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους γενικά.

Η ιδέα της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος με την εν λόγω διάταξη, που επιβάλλει απαγόρευση απασχόλησης των συνταξιούχων τεχνικών υπαλλήλων, και επομένως και των Διπλωματούχων Μηχανικών του Δημοσίου, σε εργοληπτικές επιχειρήσεις, αποπνέει έλλειψη εμπιστοσύνης στην εντιμότητα των Δημοσίων Υπηρεσιών όταν θα συναλλάσσονται με πρώην δημοσίους υπαλλήλους, που τώρα λειτουργούν ως ελεύθεροι επαγγελματίες ή μισθωτοί, και προσδίδει στην εκτέλεση των Δημόσιων και Ιδιωτικών έργων χαρακτήρα ιδιαίτερα "εμπιστευτικό και απόρρητο", ώστε χάριν της "προστασίας του απορρήτου" να απαγορεύεται στους πρώην δημοσίους υπαλλήλους να ασκήσουν το δικαίωμά τους στην εργασία.

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να εκτιμήσουμε ότι δημόσιοι υπάλληλοι διαφόρων ειδικοτήτων και ιεραρχικής βαθμίδας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους χειρίζονται πολύ σοβαρά θέματα που άπτονται του δημοσίου συμφέροντος, πολλά δε από αυτά αφορούν ακόμη και το κρατικό απόρρητο. Ενδεικτικά σημειώνουμε ότι τέτοιοι υπάλληλοι είναι τα μέλη του Διπλωματικού Σώματος, το πολιτικό και στρατιωτικό προσωπικό του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, τα μέλη του Λιμενικού Σώματος, οι πολιτικοί υπάλληλοι του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας που χειρίζονται θέματα σχετικά με την επιθεώρηση πλοίων και την ακτοπλοΐα, υπάλληλοι του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που χειρίζονται θέματα επενδυτικής πολιτικής (κίνητρα) ή ασκούν εποπτεία εφαρμογής της φορολογικής πολιτικής (μέλη του ΣΔΟΕ), το κάθε είδους εκπαιδευτικό προσωπικό Στοιχειώδους, Μέσης και Ανωτέρας και Ανωτάτης Εκπαίδευσης. Όλοι αυτοί οι πρώην δημόσιοι υπάλληλοι είναι δυνατόν, κατά την άσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας μετά τη συνταξιοδότησή τους, να αξιοποιήσουν προσόντα, γνώσεις και γνωριμίες που απέκτησαν ως δημόσιοι υπάλληλοι και ενδεχομένως να λειτουργήσουν επαγγελματικά κατά τρόπο που ανταγωνίζεται αθέμιτα τα συμφέροντα του Δημοσίου.

Επομένως για όλους αυτούς, όπως και για τους Διπλωματούχους Μηχανικούς που εμπλέκονται στην εκτέλεση των Δημοσίων Έργων, θα έπρεπε να είχε προβλεφθεί ανάλογη απαγόρευση αντίστοιχης χρονικής διάρκειας στην άσκηση επαγγέλματος ή στην παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών. Έτσι θα είχε τηρηθεί η αρχή της ισότητας απέναντι στο νόμο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Καλώς μέχρι σήμερα ο κοινός νομοθέτης δεν θέσπισε νομοθετικό περιορισμό στο δικαίωμα εργασίας των συνταξιούχων πρώην δημοσίων υπαλλήλων και το ίδιο πρέπει να συμβεί και με τους Διπλωματούχους Μηχανικούς.

Μέχρι σήμερα δεν τέθηκε προς δικαστική διάγνωση η συνταγματικότητα της διάταξης του άρθρου 4, παρ. 15, περίπτωση 13 του Ν. 2229/1994, επειδή ο χρόνος, που απαιτείται για την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης μετά από σχετική προσφυγή, είναι πολύ μεγαλύτερος από τη διετία της δέσμευσης που επιβάλλει ο νόμος.

Για το λόγο αυτό διατηρήθηκε σε ισχύ η επίμαχη διάταξη, την οποία ζητάμε να καταργηθεί νομοθετικά, ως αντίθετη με την αρχή της ισότητας απέναντι στο νόμο και ως προσβάλλουσα την οικονομική ελευθερία και το δικαίωμα της εργασίας των τεχνικών υπαλλήλων και επομένως και των Διπλωματούχων Μηχανικών που συνταξιοδοτούνται από την Υπηρεσία τους για οποιονδήποτε λόγο (π.χ. πρόωρη συνταξιοδότηση γυναικών κλπ).

Η πρότασή μας έχει ως εξής:

Καταργείται το άρθρο 4, παρ. 15, περίπτωση 13 του Ν.2229/94, που αφορά περιορισμούς στην άσκηση του επαγγέλματος των Διπλωματούχων Μηχανικών δημοσίων υπαλλήλων μετά τη συνταξιοδότησή τους από το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τους Ο.Τ.Α.

 

Για  το Δ.Σ.

Ο Πρόεδρος

Ο Γεν. Γραμματέας

 

Παναγιώτης Κατίκας

Γιάννης Γρηγορόπουλος

Αρχιτέκτων Μηχανικός

Πολιτικός Μηχανικός

 

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗ:

1.        Φάκελος ΜΕΕΕΘ

2.        Φάκελος ΜΕΑΘ

3.    Φάκελος ΣΣΕ 2002